Αρχική > Ανακοινώσεις, Αναλύσεις, Δράσεις, Επικαιρότητα - σχολιασμός, Καλέσματα, Προτάσεις, Πολυμέσα > Villa Amalias : » 2 χρόνια μετά…» την ανακατάληψη ! ( απο το «σλίτζι») * Villa Amalias: “Two years after…” the re-occupation! (from ‘slitzi’)

Villa Amalias : » 2 χρόνια μετά…» την ανακατάληψη ! ( απο το «σλίτζι») * Villa Amalias: “Two years after…” the re-occupation! (from ‘slitzi’)

Ιανουαρίου 8, 2015 Σχολιάστε Go to comments

Villa Amalias: “Two years after…” the re-occupation! (from ‘slitzi’)

Two years after … (For the re-occupation of Villa Amalias and what followed, two years later)

– I wrote this text about 1.5 years ago and now I’ve just made a few alterations.

(«Background info»: This time, exactly two years ago, those who intended to re-occupy Villa Amalias (squat) made their last ‘preparations’. Villa Amalias had been occupied from 1990 until mid-late December 2012, when it was invaded and evacuated by the police. The squatters had entered the empty and almost deserted – until then – building, organizing various collective groups and events and renovating it, while many had settled there permanently. At dawn of Wednesday 9 January 2013, approximately 20 days after the police invasion, 93 people managed to sneak into the building without being noticed by the police officers guarding it, knowing that obviously they would be arrested. On Saturday 12 January, the demonstration organized in solidarity with the arrested and occupations in general, was attended by over 10,000 people who came outside the Courthouse, at the time when the people arrested on Wednesday were released. The photo is through the police van, just after the arrest, and it has been the best picture for quite some time.)

We had made the decision on the previous afternoon.
That night I did not sleep at all.
On the one hand, I was looking forward to the next morning.
On the other hand, I thought all I had lived in the Villa.
There was no way I could sleep.
At around five, I left and went to her house.
We would go there together in the morning.
I opened the door with my keys not to wake her up.
I lay down beside her.
I hugged her, kissed her gently not to wake her up, but still could not sleep.
I recalled everything we had lived in the Villa.
I met her there.
And in the morning we were going to get her (the Villa) back.
20 days in their hands, it was unbearable.
I knew that I would be caught.
I did not mind.
She (the Villa) had been 20 days in their hands.
I couldn’t take it any longer.
I did not care about the arrest, the detention, the punishment.
The only thing I was thinking about was the same I thought when I was caught for the first time.
That I would go back in some day.
At any cost.
Some day, I would go back in.
And I did it.
And A. was with me.
And 91 more people.
I will undervalue my feelings if I try to put them on paper.
My feelings when we first opened the door.
When we went up to the roof and opened the banner.
When I had my first stroll around the Villa after 20 days.
And then they came in.
We knew it.
We expected them.
We were all arrested.
We did not bother at all.
We went out shouting loudly and raising our fists.
My one hand was holding hers while the other was raised.
I think this is the best use of hands.
On the vans we went on shouting.
In a while people gathered outside.
They began to shout, too.
We arrived at the police headquarters.
They separated men from women.
We were parted.
I saw her again 3 days later, at the magistrate’s office.
She was outside.
She was let free.
At that moment I was getting in.
I made a move to hug her, but they kept me.
She smiled to me.
One of the best smiles I’ve ever seen.
I go into the magistrate’s office.
After a while, I am also free.
I open the door of the Courthouse.
I see thousands of people rocking the place with their shouts.
I weep.
I catch a glimpse of her a little further aside.
I rush to her.
Our tongues mix together.
Once again, I take a look at the people.
They are everywhere, as far as I can see.
I have never felt like that before.
I start shouting together with them.
I kiss her again.
We stay there for several hours.
Until everyone is released.
Late at night, I go back home.
I try to realize what I had experienced.
I can’t.
Emotions flood in.
Thousands of feelings.
Above all, however, a huge “I LOVE YOU”.
I LOVE YOU, freedom.
I LOVE YOU, comrade.
I am very tired.
I lie down and try to sleep.
In vain.
I get up again.
I open the bag, I get the black spray, go out and fill the walls:


-Canis Lupus

For the end, four photos from ’91, inside the squat:

δυο χρόνια μετά… ( Για την ανακατάληψη της Villa Amalias και τα όσα επακολούθησαν 2 χρόνια μετά)

–το κείμενο το είχα γράψει πριν 1.5 χρόνο περίπου και τώρα απλά έκανα μερικές μικρο-αλλαγές.


(«Ιστορικό» info: Τέτοια ώρα, πριν 2 χρόνια ακριβώς, εκείνοι που σκόπευαν να ανακαταλάβουν τη Villa Amalias έκαναν τις τελευταίες τους «προετοιμασίες». Η Villa Amalias ήταν κατηλειμμένη από το 1990 μέχρι και τα μέσα-τέλη Δεκεμβρίου του 2012, όπου και έγινε εισβολή της αστυνομιας. Οι καταληψίες είχαν μπει στο άδειο και σχεδόν εγκαταλελειμμένο μέχρι τότε κτήριο, οργανώνοντας διάφορες ομάδες και εκδηλώσεις, ανακαινίζοντάς το, ενώ αρκετοί είχαν εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Τα ξημερώματα της Τετάρτης 9.1.2013, 20 μέρες περίπου μετά την εισβολή της αστυνομίας, 93 άτομα ανακατέλαβαν το κτήριο «ξεγλιστρώντας» από τους αστυνομικούς που το φυλούσαν, γνωρίζοντας πως προφανώς και θα συλληφθούν. Το Σάββατο 12.1 στην πορεία που είχε κανονιστεί ως αλληλεγγύη στους συλληφθέντες και τις καταλήψεις γενικότερα, συμμετείχαν πάνω από 10.000 άνθρωποι, οι οποίοι κατέληξαν έξω από τα δικαστήρια, την ώρα που αφήνονταν ελεύθεροι οι συλληφθέντες της Τετάρτης. Η φωτογραφία είναι μέσα από την κλούβα, λίγο μετά την σύλληψη, και είναι η καλύτερη φωτογραφία εδώ και καιρό.)

Το είχαμε αποφασίσει από το προηγούμενο απόγευμα.                                                                        
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου.
Από τη μία ανυπομονούσα να έρθει το πρωί.
Από την άλλη σκεφτόμουν όλα όσα είχα ζήσει στη Villa.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτα.
Κατά τις πέντε έφυγα και πήγα σπίτι της.
Θα πηγαίναμε μαζί το πρωί.
Άνοιξα με τα κλειδιά μου να μην την ξυπνήσω.
Ξάπλωσα δίπλα της.
την αγκάλιασα, τη φίλησα απαλά μην την ξυπνήσω αλλά και πάλι δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Θυμόμουν όσα είχαμε ζήσει στη Villa.
Εκεί τη γνώρισα.
Και το πρωί θα πηγαίναμε να την πάρουμε πίσω.
20 μέρες στα χέρια τους, δε γινόταν άλλο.
Το ήξερα ότι θα με έπιαναν.
Δε με πείραζε.
Ήταν 20 μέρες στα χέρια τους.
Δε γινόταν άλλο.
Δε σκεφτόμουν τη σύλληψη, την κράτηση, την ποινή.
Το μόνο που σκεφτόμουν, είναι αυτό που σκέφτηκα όταν με πιάσανε την πρώτη φορά.
Ότι κάποια στιγμή θα ξαναμπώ.
Αγνοώντας κάθε κόστος.
Κάποια στιγμή θα ξαναέμπαινα.
Και ξαναμπήκα.
Και ήταν και η A. μαζί μου.
Και άλλοι 91.
Θα υποτιμίσω τα συναισθήματά μου αν προσπαθήσω να τα γράψω στο χαρτί.
Τα συναισθήματά μου όταν πρωτοανοίξαμε την πόρτα.
Όταν ανεβήκαμε στην ταράτσα και ανοίξαμε το πανό.
Όταν έκανα την πρώτη μου βόλτα μετά από 20 μέρες στη Villa.
Και μετά μπήκαν αυτοί.
Το ξέραμε.
Το περιμέναμε.
Μας συνέλαβαν όλους.
Ποσώς μας ενδιέφερε.
Βγήκαμε έξω φωνάζοντας δυνατά και υψώνοντας τις γροθιές μας.
Το ένα μου χέρι κρατούσε το δικό της και το άλλο ήταν υψωμένο.
Νομίζω πως αυτή είναι η καλύτερη δυνατή χρήση των χεριών.
Στις κλούβες συνεχίζαμε να φωνάζουμε.
Και σιγά σιγά μαζεύτηκε κόσμος απ’ έξω.
Άρχισαν να φωνάζουν και αυτοί.
Φτάσαμε στη ΓΑΔΑ.                                                                                                                           
Μας χώρισαν άντρες από γυναίκες.
Μας χώρισαν.
Την ξαναείδα μετά από 3 μέρες στον ανακριτή.
Αυτή ήταν απέξω.
Την είχαν αφήσει ελεύθερη.
Εγώ τότε έμπαινα.
Πήγα να την αγκαλιάσω, αλλά με κράτησαν.
Μου χαμογέλασε.
Απ’ τα καλύτερα χαμόγελα που έχω δει.
Μπαίνω στον ανακριτή.
Μετά από λίγη ώρα, είμαι και εγώ ελεύθερος.
Ανοίγω την πόρτα των δικαστηρίων.
Αντικρίζω πολλές χιλιάδες κόσμου να τραντάζουν την περιοχή με τις φωνές τους.
Την βλέπω λίγο πιο πέρα.                                                                                                                 
Ορμάω πάνω της.
Οι γλώσσες μας μπλέκονται.
Ξανακοιτάω στον κόσμο.
Είναι μέχρι όσο φτάνει το μάτι μου.
Δεν έχω ξανανιώσει έτσι.
Αρχίζω και εγώ να φωνάζω μαζί τους.
Την ξαναφιλάω.
Μένουμε εκεί για πολλές ώρες.
Μέχρι να απελευθερωθούν όλοι.
Αργά το βράδυ, γυρνάω σπίτι μου.
Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τα όσα είχα ζήσει.
Δεν μπορώ.
Πλημμυρίζω από συναισθήματα.
Χιλιάδες συναισθήματα.
Πάνω απ’ όλα όμως, ένα τεράστιο Σ’ ΑΓΑΠΩ.
Σ’ ΑΓΑΠΩ ελευθερία.
Σ’ ΑΓΑΠΩ σύντροφε.
Είμαι πολύ κουρασμένος.
Ξαπλώνω και προσπαθώ να κοιμηθώ.
Ανοίγω την τσάντα, παίρνω το μαύρο σπρέι, βγαίνω έξω και γεμίζω τους τοίχους:


-Canis Lupus

Για τέλος, τέσσερις φωτογραφίες από το ’91, μέσα από την κατάληψη:





  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.


Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )


Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: