Αρχική > Ανακοινώσεις, Αναλύσεις, Δράσεις, Επικαιρότητα - σχολιασμός, Καλέσματα, Προτάσεις, Πολυμέσα > Subcomandante Insurgente Marcos : » Ανάμεσα στο φώς καιτη σκιά» (αποχαιρετιστήριο κείμενο) /ENTRE LA LUZ Y LA SOMBRA ! (GR, EN, ES,IT)

Subcomandante Insurgente Marcos : » Ανάμεσα στο φώς καιτη σκιά» (αποχαιρετιστήριο κείμενο) /ENTRE LA LUZ Y LA SOMBRA ! (GR, EN, ES,IT)

Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα της 24 με 25ης Μάη 2014, μετά το μνημόσυνο του Γκαλεάνο (εδώ ένα υποτιτλισμένο βιντεάκι) που σκοτώθηκε στις 2 Μάη στο καρακόλ της Ρεαλιδάδ, o εξεγερμένος υποδιοικητής Μάρκος του Εθνικοαπελευθερωτικού Ζαπατιστικού Στρατού (EZLN) διάβασε το παρακάτω κείμενο, το οποίο δόθηκε σε φωτοτυπίες με την υπογραφή του Μάρκος σε κάθε σελίδα. Το λόγο τού έδωσε ο υποδιοικητής Μοϊσές λέγοντας ότι ο Μάρκος “θα δώσει μια εξήγηση, για αυτό που έχουμε δει, αναλύσει, και αποφασίσει”.  Στην τελευταία ανακοίνωση του EZLN (28/5), ο υποδιοικητής Μοϊσές σχολιάζει την αντίδραση των “πληρωμένων ΜΜΕ” απέναντι στην απόφαση των ζαπατίστας να τελειώσουν με τον Μάρκος: “Δεν καταλαβαίνουν οι από πάνω ότι εμείς δεν χάσαμε τίποτα, αλλά ότι αντίθετα ξαναβρήκαμε ένα σύντροφο. Και δεν καταλαβαίνουν όσοι είναι απέξω ότι εκείνοι έχασαν, γιατί πλέον δεν έχουν παράθυρο για να μας δουν ούτε πόρτα για να μπουν”. Στην ανακοίνωση γνωστοποιείται ότι θα υπάρξει κάμπινγκ ειρήνης στο καρακόλ της Ρεαλιδάδ και ότι, αντίθετα με ό,τι είχε ανακοινωθεί μετά τη δολοφονία του Γκαλεάνο, θα συνεχιστούν κάποιες από τις δραστηριότητες που είχαν δρομολογηθεί, μία από τις οποίες είναι και το Μικρό Ζαπατιστικό Σχολείο. Σημαντική σημείωση: σε όλη τη διάρκεια του κειμένου, γίνεται λογοπαίγνιο μεταξύ της “πραγματικότητας” (realidad) και του καρακόλ της Ρεαλιδάδ (που σημαίνει “πραγματικότητα”).

 

marcos

Ανάμεσα στο φως και τη σκιά

Στη Ρεαλιδάδ [=πραγματικότητα], Πλανήτης Γης.

Μάης του 2014.

Συντρόφισσα, συντροφόισσα, σύντροφε,

Καλησπέρα, καλό απόγευμα, καλημέρα, όποια κι αν είναι η γεωγραφία, ο χρόνος ή τρόπος σου.

Καλό ξημέρωμα.

Θα ήθελα να ζητήσω από τις συντρόφισσες, συντρόφους και συντροφόισσες της Έκτης που έρχονται από άλλα μέρη, ιδίως τους συντρόφους των μέσων αντιπληροφόρησης, την υπομονή, την ανεκτικότητα και την κατανόησή σας για όσα έχω να πω, γιατί αυτά θα ’ναι τα τελευταία δημόσια λόγια μου πριν παύσω να υπάρχω.

 

Απευθύνομαι σ’ εσάς και σε όσους μας ακούν και μας βλέπουν μέσα από εσάς.

Ίσως εξαρχής ή στην πορεία αυτών που θα ακούσετε να δημιουργηθεί στην καρδιά σας η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι δεν ταιριάζει, πως είναι σα να λείπουν ένα ή περισσότερα κομμάτια που θα έδιναν νόημα στις σπαζοκεφαλιές που θα σας βάλω. Ότι πράγματι λείπει ό,τι λείπει.

Ίσως αργότερα, μετά από μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, δεκαετίες να γίνει κατανοητό αυτό που λέμε τώρα.

Δεν με ανησυχούν οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι του Εθνικοαπελευθερωτικού Ζαπατιστικού Στρατού (EZLN) όλων των επιπέδων διακυβέρνησης, γιατί έτσι είναι ο τρόπος μας εδώ: να προχωράμε, να αγωνιζόμαστε, γνωρίζοντας ότι πάντα λείπει ό,τι λείπει.

Επιπλέον, και χωρίς παρεξήγηση, η εξυπνάδα των συντρόφων και συντροφισσών ζαπατίστας βρίσκεται πολύ πάνω απ’ το μέσο όρο.

 

Κατά τα λοιπά, μας ευχαριστεί και μας κάνει περήφανους που αυτή η συλλογική απόφαση θα ανακοινωθεί σε συντρόφους, συντρόφισσες και συντροφόισσες του EZLN και της Έκτης.

Και είναι ωραίο που αυτό μπορεί να γίνει μέσω των ελεύθερων, εναλλακτικών, ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης· που αυτή η θάλασσα οδύνης, οργής και αξιοπρεπούς αγώνα που ονομάζουμε «η Έκτη», όπου κι αν βρίσκεστε, θα μάθει όσα έχω να σας πω με αυτόν τον τρόπο.

Όποιος άλλος θέλει να μάθει τι έγινε αυτή τη μέρα θα πρέπει να καταφύγει στα μέσα αντιπληροφόρησης.

Ας είναι λοιπόν. Καλώς ορίσατε στη ζαπατιστική πραγματικότητα.

homenaje5

Α. Μια δύσκολη απόφαση

Για εμάς τους ζαπατίστας, το 1994 που εισβάλαμε με αίμα και φωτιά, δεν ήταν η αρχή του πολέμου.

Αιώνες πριν υπομέναμε τον πόλεμο από τα πάνω, με θάνατο και καταστροφή, με λεηλασία και ταπείνωση, με εκμετάλλευση και σιωπή, που επιβάλλονταν στον νικημένο.

Αυτό που αρχίζει για μας το 1994 είναι μία από τις πολλές στιγμές του πολέμου των από κάτω ενάντια στους από πάνω, ενάντια στον κόσμο τους.

Εκείνου του πολέμου αντίστασης που μέρα με τη μέρα παίζεται στο δρόμο σε οποιοδήποτε σημείο των πέντε ηπείρων, στους κάμπους και στα βουνά.

Ήταν και είναι δικός μας πόλεμος, όπως και πολλών άλλων, ένας πόλεμος για την ανθρωπότητα ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό.

Ενάντια στο θάνατο, εμείς επιζητούμε τη ζωή.

Ενάντια στη σιωπή, εμείς απαιτούμε το λόγο και το σεβασμό.

Ενάντια στη λήθη, τη μνήμη.

Ενάντια στην ταπείνωση και την υποτίμηση, την αξιοπρέπεια.

Ενάντια στην καταπίεση, την επαναστατικότητα.

Ενάντια στη σκλαβιά, την ελευθερία.

Ενάντια στην επιβολή, τη δημοκρατία.

Ενάντια στο έγκλημα, τη δικαιοσύνη.

Ποιος που στις φλέβες του κυλά έστω και λίγη ανθρωπιά θα μπορούσε να αμφισβητήσει αυτά τα αιτήματα;

Κι ακριβώς γι’ αυτό τότε άκουσαν πολλοί.

Ο πόλεμος που αρχίσαμε μάς έδωσε το προνόμιο να φτάσουμε σε αυτιά και καρδιές, προσεκτικές και γενναιόδωρες, σε γεωγραφίες κοντινές ή μακρινές.

Έλειπε ό,τι έλειπε, και λείπει ό,τι λείπει, αλλά τότε συναντήσαμε το βλέμμα άλλων, τα αυτιά και την καρδιά τους.

Τότε βρεθήκαμε στην ανάγκη να απαντήσουμε σε μια αποφασιστική ερώτηση:

«Και μετά;»

Στους θλιβερούς υπολογισμούς της παραμονής δεν χωρούσε η πιθανότητα να βάλουμε κάποιο ερώτημα. Κι έτσι αυτό το ερώτημα μάς οδήγησε σε άλλα:

Να προετοιμάσουμε όσους ακολουθούσαν για το μονοπάτι του θανάτου;

Να εκπαιδεύσουμε περισσότερους και καλύτερους στρατιώτες;

Να βάλουμε ενέχυρα για να βελτιώσουμε τη στραπατσαρισμένη πολεμική μας μηχανή;

Να φανταστούμε διαλόγους και ετοιμότητα για ειρήνη, αλλά να συνεχίσουμε να προετοιμαζόμαστε για νέα χτυπήματα;

Να σκοτώνουμε και να πεθαίνουμε ως τη μόνη δυνατή μοίρα;

Ή έπρεπε να ξαναφτιάξουμε το μονοπάτι της ζωής, αυτό που είχαν γκρεμίσει και συνεχίζουν να γκρεμίζουν οι από πάνω;

Το μονοπάτι όχι μόνο για τους ιθαγενικούς λαούς, αλλά και για τους εργαζόμενους, τους φοιτητές, τους δασκάλους, τους νέους, τους αγρότες, παρά τις διαφορές που οι από πάνω επικαλούνται, και στους από κάτω καταστέλλονται και τιμωρούνται.

Άραγε έπρεπε να εγγράψουμε το αίμα μας στο δρόμο που άλλοι ελέγχουν προς την εξουσία ή έπρεπε να στρέψουμε την καρδιά και το βλέμμα μας σε αυτούς που είμαστε, και σε όσους είναι ό,τι είμαστε, δηλαδή στους ιθαγενικούς λαούς, τους φρουρούς της γης και της μνήμης;

Κανείς δεν το άκουσε τότε, αλλά στα πρώτα τραυλίσματα που ήταν τα λόγια μας επισημάναμε ότι το δίλημμά μας δεν ήταν ανάμεσα στη διαπραγμάτευση ή τη μάχη, αλλά ανάμεσα στο θάνατο ή τη ζωή.

Όποιος τότε είχε ψυχανεμιστεί ότι εκείνο το πρώιμο δίλημμα δεν ήταν ατομικό, ίσως να κατάλαβε καλύτερα τι έχει συμβεί στη ζαπατιστική πραγματικότητα τα τελευταία 20 χρόνια.

Αλλά αυτό που σας έλεγα είναι ότι πέσαμε πάνω σε εκείνο το ερώτημα και σε εκείνο το δίλημμα.

Και διαλέξαμε.

Και αντί να αφοσιωθούμε στην εκπαίδευση ανταρτών, στρατιωτών και ιλών, προετοιμάσαμε προωθούντες την εκπαίδευση, την υγεία, κι άρχισαν να δημιουργούνται οι βάσεις της αυτονομίας που σήμερα εντυπωσιάζουν τον κόσμο.

Αντί να χτίσουμε στρατόπεδα, να βελτιώσουμε τον οπλισμό μας, να φτιάξουμε τείχη και τάφρους, δημιουργήθηκαν σχολεία, χτίστηκαν νοσοκομεία και κέντρα υγείας, βελτιώσαμε τις συνθήκες της ζωής μας.

Αντί να αγωνιζόμαστε για να κερδίσουμε χώρο στο Πάνθεο των εξατομικευμένων θανάτων των από κάτω, επιλέξαμε να χτίσουμε τη ζωή.

Αυτά εν μέσω ενός πολέμου που αν και υπόκωφος δεν ήταν λιγότερο θανάσιμος.

Γιατί σύντροφοι, ένα πράγμα είναι να φωνάζεις «δεν είστε μόνοι» και άλλο να πρέπει να αντιμετωπίσεις μόνος με το σώμα σου μια τεθωρακισμένη φάλαγγα ομοσπονδιακού στρατού, όπως συνέβη στην περιφέρεια των Υψιπέδων της Τσιάπας, και ίσως αν έχεις τύχη κάποιος να το μάθει, και ίσως αν έχεις ακόμη λίγη τύχη να το μάθει και να εξοργιστεί, και με λίγη ακόμη τύχη να εξοργιστεί και να κάνει και κάτι.

Στο μεταξύ, τα τανκς εμποδίζονται από τις γυναίκες ζαπατίστας, και ελλείψει οπλισμού, το βρίσιμο και οι πέτρες πρέπει να κάνουν το ατσάλινο ερπετό να υποχωρήσει.

Και στη ζαπατιστική περιφέρεια της βόρειας Τσιάπας, έπρεπε να υποφέρεις τη γέννηση και την ανάπτυξη των guardias blancas [1], που κυκλοφορούσαν τότε σαν παραστρατιωτικοί· στην περιφέρεια Tzotz Choj τις συνεχείς προκλήσεις από αγροτικές οργανώσεις που ως «ανεξάρτητες» πολλές φορές δεν έχουν ούτε καν όνομα· στην περιφέρεια Selva Tzeltal ένα συνδυασμό παραστρατιωτικών και αντεπαναστατών.

Και είναι ένα πράγμα να φωνάζεις «όλοι είμαστε Μάρκος» ή «δεν είμαστε όλοι Μάρκος», ανάλογα την περίπτωση, και άλλο η καταδίωξη με όλη την πολεμική μηχανή, η εισβολή σε χωριά, το «χτένισμα» των βουνών, η χρήση εκπαιδευμένων σκύλων, το ξύρισμα των κορυφών των δέντρων ceiba από έλικες πάνοπλων ελικοπτέρων, το «ζωντανός ή νεκρός» που γεννήθηκε τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 1994 και έφτασε τα πιο υστερικά του επίπεδα το 1995 και συνεχίστηκε στο υπόλοιπο της θητείας του σημερινού υπαλλήλου μιας πολυεθνικής, πράγματα που υπέμεινε αυτή η περιοχή Selva Fronteriza από το 1995 και στα οποία πρέπει να προστεθούν η ίδια διαδοχή προκλήσεων από αγροτικές οργανώσεις, η χρήση παραστρατιωτικών, η στρατιωτικοποίηση και η καταδίωξη.

Αν υπάρχει κάποιος μύθος σε όλο αυτό, δεν είναι οι κουκούλες, αλλά το ψέμα που επαναλαμβάνουν όλο αυτό το διάστημα, ακόμη και άτομα με ανώτερες σπουδές, ότι τάχα ο πόλεμος ενάντια στους ζαπατίστας διήρκησε μόνο 12 μέρες.

Δεν θα εξιστορήσω λεπτομέρειες. Ο καθένας που διαθέτει λίγο κριτικό πνεύμα και σοβαρότητα μπορεί να αναδομήσει την ιστορία, και να κάνει τις προσθαφαιρέσεις για να βγάλει τη σούμα, και να πει αν τελικά ήταν περισσότεροι οι δημοσιογράφοι από τους μπάτσους και τους στρατιώτες· αν ήταν περισσότερα τα καλοπιάσματα από τις απειλές και τις προσβολές· αν το τίμημα υπό διακύβευση ήταν να αποκαλυφθεί ο κουκουλοφόρος ή να τον πιάσουν «ζωντανό ή νεκρό».

Υπό αυτές τις συνθήκες, προχώρησε το χτίσιμο που ακόμη δεν έχει τελειώσει αλλά πλέον έχει καθορίσει αυτό που είμαστε, άλλες φορές μόνοι, με τις δικές μας δυνάμεις, και άλλες με τη γενναιόδωρη και άδολη υποστήριξη ωραίου κόσμου από κάθε σημείο του πλανήτη.

Επομένως δεν είναι μια φράση πετυχημένη ή αποτυχημένη, ανάλογα με το αν το βλέπεις από τα πάνω ή από τα κάτω, εκείνη που λέει «εδώ είμαστε οι παντοτινοί νεκροί, που ξαναπεθαίνουμε αλλά πλέον για να ζήσουμε». Είναι η πραγματικότητα.

Και σχεδόν 20 χρόνια μετά…

Στις 21 του Δεκέμβρη 2012, όταν συνέπιπταν πολιτική και εσωτερισμός, όπως και άλλες φορές, προμηνύοντας καταστροφές που πάντα είναι για τους συνήθεις, τους από κάτω, επαναλάβαμε το χτύπημα της 1ης Γενάρη του ’94 και, χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός, μόνο με τη σιωπή μας, συντρίψαμε και πάλι την υπερηφάνεια των πόλεων, λίκνο και φωλιά του ρατσισμού και της υποτίμησης.

Αν την 1η του Γενάρη 1994, χιλιάδες άντρες και γυναίκες χωρίς πρόσωπο επιτέθηκαν και υπέταξαν τις φρουρές που προστάτευαν τις πόλεις, στις 21 Δεκέμβρη 2012 ήταν δεκάδες χιλιάδες αυτοί που χωρίς λόγια κατέλαβαν τα κτίρια από όπου διακηρυσσόταν η εξαφάνισή μας.

Μόνο το γεγονός ότι ο EZLN όχι μόνο δεν είχε αποδυναμωθεί, πόσο μάλλον εξαφανιστεί, αλλά ότι είχε μεγαλώσει ποσοτικά και ποιοτικά θα έφτανε για όποιο μυαλό μέσης διάνοιας να καταλάβει ότι σε αυτά τα 20 χρόνια κάτι είχε αλλάξει στο εσωτερικό του EZLN και στις κοινότητες.

Ίσως κάποιος να σκεφτόταν ότι λαθέψαμε στην επιλογή, ότι ένας στρατός δεν πρέπει να επιμένει στην ειρήνη.

Από πολλές απόψεις ναι, αλλά η πρωταρχική ήταν και είναι ότι με αυτό τον τρόπο θα εξαφανιζόμασταν.

Ίσως έτσι είναι. Ίσως λαθέψαμε επιλέγοντας να καλλιεργήσουμε τη ζωή αντί να λατρεύσουμε το θάνατο.

Όμως εμείς επιλέξαμε να μην ακούσουμε όσους είναι έξω. Εκείνους που πάντα ζητούν και απαιτούν τον αγώνα μέχρι θανάτου, αρκεί τους νεκρούς να τους βάζουν οι άλλοι.

Επιλέξαμε να κοιταζόμαστε και να ακούμε ο ένας τον άλλο, όντας ο συλλογικός Votán [2] που είμαστε.

Επιλέξαμε την επαναστατικότητα, δηλαδή τη ζωή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζαμε ότι ο πόλεμος των από πάνω θα επιχειρούσε και επιχειρεί να μας επιβάλει τη νέα κυριαρχία του.

Γνωρίζαμε και γνωρίζουμε ότι πάλι και πάλι θα έπρεπε να υπερασπιστούμε αυτό και ό,τι είμαστε.

Γνωρίζαμε και γνωρίζουμε ότι θα συνεχίσει να υπάρχει θάνατος για να υπάρξει ζωή.

Γνωρίζαμε και γνωρίζουμε ότι για να ζήσουμε, πεθαίνουμε.

larealidad-saridennise-subversiones

Β. Αποτυχία;

Λένε εκεί έξω ότι δεν έχουμε επιτύχει τίποτα για τους εαυτούς μας.

Είναι εντυπωσιακό το ότι προβάλλεται με τέτοια αυτοπεποίθηση αυτή η θέση.

Σκέφτονται ότι οι γιοι και οι κόρες των διοικητών και των διοικητριών θα έπρεπε να απολαμβάνουν ταξίδια στο εξωτερικό, σπουδές σε ιδιωτικά σχολεία και έπειτα υψηλές θέσεις στην επιχείρηση ή την πολιτική. Ότι αντί να δουλεύουν τη γη βγάζοντας την τροφή με ιδρώτα και κόπο, θα έπρεπε να λάμπουν στα κοινωνικά δίκτυα διασκεδάζοντας στα κλαμπ, επιδεικνύοντας λούσα.

Ίσως οι υποδιοικητές θα έπρεπε να τεκνοποιούν και να κληροδοτούν στους γόνους τους τις θέσεις, τις καλοπληρωμένες δουλειές, τις επαύλεις, όπως κάνουν οι πολιτικοί όλου του φάσματος.

Ίσως θα έπρεπε, όπως οι επικεφαλής της CIOAC-H [3] και άλλες αγροτικές οργανώσεις, να δεχτούμε προνόμια και χρηματοδοτήσεις για πρότζεκτ και προγράμματα υποστήριξης, να παίρνουμε τη μερίδα του λέοντος και να αφήνουμε στη βάση μόνο τα ψίχουλα, με αντάλλαγμα την πλήρωση εγκληματικών διαταγών που έρχονται από πιο πάνω.

Αλλά είναι βέβαιο, δεν έχουμε πετύχει τίποτα από τα παραπάνω για τους εαυτούς μας.

Δύσκολο να πιστέψεις ότι, 20 χρόνια μετά, εκείνο το «τίποτα για εμάς» θα φαινόταν πως δεν ήταν απλά ένα σύνθημα, μια ωραία φράση για πανό και τραγούδια, αλλά μια πραγματικότητα, η πραγματικότητα.

Αν το να είσαι συνεπής σημαίνει αποτυχία, τότε η ασυνέπεια είναι το μονοπάτι προς την επιτυχία, η διαδρομή της Εξουσίας.

Αλλά εμείς δεν θέλουμε να πάμε προς τα εκεί.

Δεν μας ενδιαφέρει.

Σε αυτά τα σημεία προτιμάμε την αποτυχία από την επιτυχία.

homenaje2

Γ. Η αλλαγή φρουράς

Σε αυτά τα 20 χρόνια έχουν υπάρξει πολλαπλές και περίπλοκες αλλαγές φρουράς στον EZLN.

Κάποιοι έχουν σημειώσει μόνο την προφανή: τη γενεαλογική.

Σήμερα στον αγώνα και στη διοίκηση της αντίστασης είναι όσοι ήταν μικροί ή αγέννητοι στην αρχή του ξεσηκωμού.

Αλλά κάποιοι περισπούδαστοι δεν έχουν πάρει είδηση και άλλες αλλαγές φρουράς:

Εκείνη της κοινωνικής τάξης: από τον πεφωτισμένο μεσοαστό στον ιθαγενή αγρότη.

Εκείνη της φυλής: από τη μιγαδική διοίκηση στη καθαρή ιθαγενική διοίκηση.

Και την πιο σημαντική: την αλλαγή φρουράς στη σκέψη: από την επαναστατική πρωτοπορία στο διοικούμε υπακούοντας· από την κατάληψη της Εξουσίας των από Πάνω στη δημιουργία της εξουσίας των από κάτω· από την πολιτική των επαγγελματιών στην πολιτική της καθημερινότητας· από τους ηγέτες, στους λαούς· από την περιθωριοποίηση του φύλου στην άμεση συμμετοχή των γυναικών· από την κοροϊδία προς το άλλο στην εξύψωση της διαφορετικότητας.

Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, γιατί ακριβώς στο μάθημα «Η ελευθερία σύμφωνα με τους και τις ζαπατίστας» δόθηκε η ευκαιρία να καταδειχτεί το αν σε ένα οργανωμένο έδαφος είναι πιο σημαντική η προσωπικότητα ενός ατόμου από την κοινότητα.

Προσωπικά δεν αντιλαμβάνομαι γιατί σκεπτόμενος κόσμος που βεβαιώνει ότι την ιστορία την κάνουν οι λαοί τρομάζει τόσο μπροστά στην ύπαρξη μιας διακυβέρνησης του λαού όπου δεν εμφανίζονται «ειδικοί».

Γιατί τους τρομοκρατεί να διοικούν οι λαοί, να είναι εκείνοι που θα ορίζουν τα βήματά τους;

Γιατί κουνούν το κεφάλι με αποδοκιμασία απέναντι στο ‘διοικούμε υποκούοντας’;

Η λατρεία του ατομικισμού συναντά στη λατρεία της πρωτοπορίας το πιο φανατικό της άκρο.

Και είναι ακριβώς αυτό, το ότι διοικούν οι ιθαγενείς και ότι τώρα ένας ιθαγενής είναι η φωνή και ο επικεφαλής αυτό που τους τρομοκρατεί, τους απομακρύνει, και τελικά φεύγουν για να ψάξουν κάποιον που εκτιμά τις πρωτοπορίες, τους μεγάλους άντρες και τους ηγέτες. Γιατί υπάρχει ρατσισμός και στην αριστερά, ιδίως σε αυτή που παριστάνει την επαναστατική.

Ο εψιλονζηταλαμδανι [EZLN] δεν είναι για αυτούς. Για αυτό δεν μπορεί ο καθένας να είναι ζαπατίστας.

homenaje

Δ. Ένα μεταβαλλόμενο και ευκολόπλαστο ολόγραμμα. Αυτό που δεν θα γίνει.

Πριν το ξημέρωμα του 1994 είχα περάσει 10 χρόνια σε αυτά τα βουνά. Γνώρισα και έχω συνυπάρξει προσωπικά με κάποιους, στο θάνατο των οποίων πεθάναμε πολύ. Γνωρίζω και έχω συνυπάρξει προσωπικά και με άλλους και άλλες που σήμερα είναι εδώ όπως κι εμείς.

Πολλά ξημερώματα βρισκόμουν να προσπαθώ να καταλάβω ιστορίες που μου διηγούνταν, τους κόσμους που σχεδίαζαν με σιωπές, χέρια και βλέμματα, την επιμονή τους να δείχνουν κάτι πιο κει.

Ήταν άραγε ένα όνειρο εκείνος ο κόσμος, τόσο άλλος, τόσο μακρινός, τόσο ξένος;

Κάποιες φορές σκέφτηκα ότι ήταν πιο μπροστά από όλους, ότι τα λόγια που μας καθοδήγησαν και μας καθοδηγούν έρχονταν από εποχές που δεν υπήρχαν ακόμη ημερολόγια, χαμένοι όπως ήταν σε αδιευκρίνιστες γεωγραφίες: πάντα ο απανταχού παρών αξιοπρεπής νότος σε όλα τα σημεία του ορίζοντα.

Αργότερα κατάλαβα ότι δεν μου μιλούσαν για ένα κόσμο απροσδιόριστο και, επομένως, απίθανο.

Εκείνος ο κόσμος ήδη προχωρούσε με το βήμα του.

Εσείς δεν τον είδατε; δεν τον βλέπετε;

Δεν έχουμε εξαπατήσει κανέναν από τους από κάτω. Δεν το κρύβουμε πως είμαστε ένας στρατός, με την ιεραρχική του δομή, το κέντρο διοίκησής του, τις αποφάσεις από τα πάνω προς τα κάτω. Όχι για να μας συγχαρούν ως ελευθεριακούς ή για να αρνηθούμε αυτό που είμαστε από μόδα.

Όμως πλέον ο καθένας μπορεί να δει αν ο δικός μας είναι ένας στρατός που υποκαθιστά ή επιβάλλει.

Και πρέπει να πω αυτό για το οποίο ήδη έχω ζητήσει εξουσιοδότηση από τον σύντροφο εξεγερμένο υποδιοικητή Μοϊσές για να το κανω:

Τίποτα από αυτά που έχουμε κάνει, προς το χειρότερο ή το καλύτερο, δεν θα ήταν δυνατά αν ένας οπλισμένος στρατός, οι ζαπατίστας της εθνικής απελευθέρωσης, δεν είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στην κακιά κυβέρνηση ασκώντας το δικαίωμά τους στη νομιμοποιημένη βία. Τη βία των από κάτω απέναντι στη βία των από πάνω.

Είμαστε πολεμιστές και ως τέτοιοι γνωρίζουμε ποιος είναι ο ρόλος και η στιγμή μας.

Τα ξημερώματα της πρώτης μέρας του πρώτου μήνα του έτους 1994, ένας στρατός γιγάντων, δηλαδή εξεγερμένων ιθαγενών, κατέβηκε στις πόλεις για να ταρακουνήσει τον κόσμο με το βήμα του.

Μόλις μερικές μέρες μετά, με ακόμη νωπό το αίμα των πεσόντων μας  στους αστικούς δρόμους, αντιληφθήκαμε ότι όσοι είναι έξω δεν μας έβλεπαν.

Συνηθισμένοι να βλέπουν τους ιθαγενείς από πάνω, δεν ανέβαζαν τα βλέμματά τους για να μας δουν.

Συνηθισμένοι να μας βλέπουν ταπεινωμένους, η καρδιά τους δεν καταλάβαινε την αξιοπρεπή επαναστατικότητά μας.

Το βλέμμα είχε σταματήσει στον μόνο μιγά που έβλεπαν με κουκούλα, δηλαδή, που δεν έβλεπαν.

Οι επικεφαλής μας τότε, άνδρες και γυναίκες, είπαν:

«Βλέπουν μόνο το μικρό που είναι οι ίδιοι· ας κάνουμε λοιπόν κάποιον τόσο μικρό σαν κι αυτούς, για να βλέπουν εκείνον και μέσω αυτού εμάς».

Άρχισε έτσι μια πολύπλοκη μανούβρα αντιπερισπασμού, ένα κόλπο τρομερό και εξαιρετικό, ένα σκανταλιάρικο παιχνίδι της ιθαγενικής καρδιάς που είμαστε· η ιθαγενική σοφία αψηφούσε τη νεωτερικότητα σε έναν από τους πυλώνες της: τα μέσα ενημέρωσης.

Άρχισε τότε η κατασκευή της περσόνας που ονομάζεται ‘Μάρκος’.

Σας ζητώ να με παρακολουθήσετε σε αυτή την επιχειρηματολογία:

Ας υποθέσουμε ότι είναι δυνατός ένας διαφορετικός τρόπος εξουδετέρωσης ενός εγκληματία. Για παράδειγμα, φτιάχνοντάς του το θανατηφόρο όπλο του, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι είναι αποτελεσματικό, πιέζοντάς τον να φτιάξει, στη βάσει αυτής της αποτελεσματικότητας, όλο το σχέδιό του, ώστε, τη στιγμή που ετοιμάζεται να πυροβολήσει, το ‘όπλο’ να μετατρέπεται σε αυτό που πάντα ήταν: μια ψευδαίσθηση.

Ολόκληρο το σύστημα, αλλά ιδίως τα μέσα ενημέρωσης, παίζουν κατασκευάζοντας υπολήψεις, για να τις καταστρέψουν στη συνέχεια αν δεν ικανοποιούν τα σχέδιά τους.

Η ισχύς τους βρισκόταν (όχι πια, έχουν εκτοπιστεί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στη δυνατότητα απόφασης του τι και ποιος υπήρχε τη στιγμή που επέλεγαν σε τι έδιναν όνομα και τι έκαναν να σιωπήσει.

Τέλος πάντων, μη μου δίνεται πολλή σημασία, όπως έχει φανεί αυτά τα 20 χρόνια δεν ξέρω τίποτα από μαζικά μέσα ενημέρωσης.

Το ζήτημα είναι ότι ο ΣουπΜάρκος από φωνή των ζαπατίστας έγινε αντιπερισπαστής.

Αν ο δρόμος του πολέμου, δηλαδή του θανάτου, μας πήρε 10 χρόνια, ο δρόμος της ζωής πήρε περισσότερο χρόνο, χρειάστηκε μεγαλύτερη προσπάθεια, για να μη μιλήσουμε για αίμα.

Γιατί, αν και δεν το πιστεύετε, είναι πιο εύκολος ο θάνατος απ’ τη ζωή.

Χρειαζόμασταν χρόνο για να είμαστε και για να συναντήσουμε όσους θα ήξεραν να μας βλέπουν όπως είμαστε.

Χρειαζόμασταν χρόνο για να συναντήσουμε όσους δεν θα μας έβλεπαν από κάτω προς τα πάνω, ούτε από πάνω προς τα κάτω, αλλά κατά πρόσωπο, που θα μας έβλεπαν με συντροφικό βλέμμα.

Σας έλεγα ότι τότε άρχισε η κατασκευή της περσόνας.

Ο Μάρκος τη μια μέρα είχε γαλάζια μάτια, την άλλη πράσινα ή καφέ ή μελιά ή μαύρα, ανάλογα με το ποιος έπαιρνε τη συνέντευξη ή τη φωτογραφία. Έτσι έγινε αναπληρωματικός επαγγελματικού ποδοσφαίρου, υπάλληλος σε πολυκαταστήματα, σοφέρ, φιλόσοφος, κινηματογραφιστής και τους λοιπούς που μπορείτε να συναντήσετε στα πληρωμένα μέσα σε αυτά τα ημερολόγια και σε διαφορετικές γεωγραφίες. Υπήρχε ένας Μάρκος για κάθε περίσταση, δηλαδή, για κάθε συνέντευξη. Και δεν ήταν εύκολο, πιστέψτε με, δεν υπήρχε Wikipedia και αν κάποιος ερχόταν από την Ισπανία έπρεπε να ανακαλύψουμε αν το corte inglés ήταν ένα σύνηθες αγγλικό κουστούμι ή μπακάλικο ή πολυκατάστημα.

Αν μου επιτρέπετε να δώσω έναν ορισμό για την τότε περσόνα-Μάρκος, θα έλεγα χωρίς δισταγμό ότι ήταν χαμαιλέοντας [botarga στο πρωτότυπο: παρδαλότητα].

Για να με καταλάβετε, θα λέγαμε ότι ο Μάρκος ήταν ένα Μη Ελεύθερο Μέσο (προσοχή: δεν είναι το ίδιο με το πληρωμένο μέσο).

Στην κατασκευή και τη συντήρηση της περσόνας έγιναν μερικά λάθη.

«Είναι ανθρώπινο το κόμπιασμα», είπε αυτός που κομπιάζει.

Στη διάρκεια του πρώτου χρόνου εξαντλήσαμε, όπως θα έλεγε κανείς, το πιθανό ρεπερτόριο του ‘Μάρκος’. Έτσι μέχρι τις αρχές του 1995 ήμασταν στριμωγμένοι και τα χωριά έκαναν τα πρώτα τους βήματα.

Έτσι το 1995 δεν ξέραμε πώς να το κάνουμε. Αλλά τότε είναι που ο Zedillo, με το PAN να τον υποστηρίζει, ‘ανακαλύπτει’ τον Μάρκος με την ίδια επιστημονική μέθοδο που βρίσκει σκελετούς, δηλαδή, με μεταφυσική καθοδήγηση [4].

Η ιστορία εκείνου του κατοίκου του Ταμπίκο μάς έδωσε πνοή, αν και το προηγούμενο φιάσκο του Paca de Lozano μάς έκανε να φοβόμαστε ότι τα πληρωμένα μέσα θα αμφισβητούσαν την ‘αποκάλυψη’ του Μάρκος και θα ανακάλυπταν ότι ήταν ακόμη μία αποτυχία. Ευτυχώς δεν έγινε έτσι. Και τα μέσα συνέχισαν να καταπίνουν κι άλλες παρόμοιες κοτρόνες.

Μετά από κάποιο διάστημα, ο Ταπικένιος ήρθε προς τα εδώ. Μιλήσαμε οι τρεις μας, μαζί με τον Εξεγερμένο Υποδιοικητή Μοϊσές. Προτείναμε τότε να δώσουμε μαζί μια συνέντευξη τύπου, και έτσι θα μπορούσε να απελευθερωθεί από την καταδίωξη, δεδομένου ότι ήταν σαφές πως ο Μάκρος και εκείνος δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο. Δεν θέλησε. Ήρθε να ζήσει εδώ. Βγήκε μερικές φορές και το πρόσωπό του βρίσκεται δίπλα στα εικονοστάσια των γονιών του. Αν θέλετε μπορείτε να τον ρωτήσετε. Σήμερα ζει σε μια κοινότητα, στην… [παύση, ο Μάρκος ρωτάει τον Μοϊσές αν μπορεί να πει πού μένει, κι εκείνος του απαντάει πως ‘όχι’]. Α, δεν θέλει να ξέρετε πού ακριβώς μένει [γέλια]. Δεν θα πούμε τίποτε άλλο για αυτόν. Αν κάποτε το θελήσει μπορεί να διηγηθεί την ιστορία που έζησε μετά τις 9 του Φλεβάρη του 1995. Από τη μεριά μας, δεν μένει παρά να τον ευχαριστήσουμε που μας έδωσε στοιχεία τα οποία κάθε τόσο χρησιμοποιούσαμε για να θρέψουμε τη ‘βεβαιότητα’ ότι ο ΣουπΜάρκος δεν είναι αυτό που στην πραγματικότητα είναι, δηλαδή, ένας χαμαιλέοντας ή ένα ολόγραμμα, αλλά ένας καθηγητής πανεπιστημίου, γεννημένος στο μαρτυρικό πλέον Ταμαουλίπας.

Στο μεταξύ συνεχίζαμε να αναζητούμε, να σας αναζητούμε, εσάς που τώρα είστε εδώ και όσους και όσες δεν είναι εδώ αλλά είναι.

Πήραμε διάφορες πρωτοβουλίες για να συναντήσουμε το άλλο, την άλλη, τον άλλο σύντροφο. Διαφορετικές πρωτοβουλίες, προσπαθώντας να βρούμε το βλέμμα και τα αυτιά που χρειαζόμαστε και αξίζουμε.

Στο μεταξύ, οι κοινότητες προχωρούσαν, όπως και η αλλαγή φρουράς, για την οποία έχουν γίνει αναφορές, μικρότερες ή μεγαλύτερες, και που μπορεί να επιβεβαιωθεί άμεσα, χωρίς μεσάζοντες.

Στην αναζήτηση του άλλου, αποτύχαμε πάλι και πάλι.

Όποιους συναντούσαμε ήθελαν ή να μας καθοδηγήσουν ή να τους καθοδηγήσουμε.

Υπήρχαν κάποιοι που μας πλησίασαν με διάθεση να μας χρησιμοποιήσουν, ή για να κοιτάξουν προς τα πίσω, δηλαδή με ανθρωπολογική νοσταλγία, δηλαδή με στρατευμένη νοσταλγία.

Έτσι για κάποιους ήμασταν κομμουνιστές, για άλλους τροτσκιστές, για άλλους αναρχικοί, για άλλους μαοϊκοί, για άλλους χιλιαστές, κι έτσι πήγαινε με τέτοιους χαρακτηρισμούς, φορώντας μας τα διάφορα που ήξεραν.

Αυτά συνέβαιναν μέχρι την Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα [ελλην. μτφρ.], την πιο ωμή, την πιο ζαπατιστική πρωτοβουλία από όσες έχουμε αναλάβει μέχρι τώρα.

Με την Έκτη επιτέλους βρήκαμε ποιος μας κοιτά κατά πρόσωπο και μας χαιρετά και μας αγκαλιάζει, και πλέον χαιρετιόμαστε και αγκαλιαζόμαστε με αυτόν τον τρόπο.

Με την Έκτη επιτέλους σας συναντήσαμε.

Επιτέλους, κάποιοι που αντιλαμβάνονται ότι δεν χρειαζόμαστε ούτε ποιμένες να μας καθοδηγούν, ούτε κοπάδια για να τα οδηγήσουμε στη γη της επαγγελίας. Ούτε αφεντικά ούτε σκλάβους. Ούτε ηγέτες ούτε ακέφαλες μάζες.

Αλλά έμενε να δούμε αν γινόταν να βλέπετε και να ακούτε αυτό που στην πραγματικότητα είμαστε.

Στο εσωτερικό, οι πρόοδος στις κοινότητες ήταν εντυπωσιακή.

Και τότε ήρθε το μάθημα «Η ελευθερία σύμφωνα με τους και τις ζαπατίστας».

Σε τρεις διαδοχικές διοργανώσεις, αντιληφθήκαμε ότι πλέον υπήρχε μια γενιά που μπορούσε να μας κοιτά κατά πρόσωπο, που μπορούσε να μας ακούει και να μας μιλά χωρίς να προσδοκά να καθοδηγηθεί ή να καθοδηγήσει, χωρίς να προσποιείται ότι συναινεί ή ακολουθεί.

Ο Μάρκος, η περσόνα, πλέον δεν ήταν απαραίτητος.

Ήταν πλέον έτοιμη η νέα φάση του ζαπατιστικού αγώνα.

Τότε έγινε ό,τι έγινε, και πολλοί και πολλές από εσάς, σύντροφοι και συντρόφισσες της Έκτης, το ξέρετε με άμεσο τρόπο.

Μπορεί να πείτε εκ των υστέρων ότι η περσόνα ήταν περιττή. Αλλά μια ανασκόπηση εκείνων των ημερών μπορεί να αποκαλύψει πόσες και πόσοι γύρισαν να μας δουν, με ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, λόγω των συγκαλύψεων ενός χαμαιλέοντα.

Κι έτσι η αλλαγή φρουράς στη διοίκηση δεν γίνεται λόγο αρρώστιας ή θανάτου, ούτε λόγω εσωτερικής ανακατάταξης, εκκαθάρισης ή εξαγνισμού.

Γίνεται κατά τρόπο λογικό, σε συμφωνία με τις εσωτερικές αλλαγές που έχουν συμβεί και συμβαίνουν στον EZLN.

Το ξέρω πως αυτό δεν κολλάει με τα τετραγωνισμένα σχήματα στους διάφορους από πάνω που υπάρχουν, αλλά η αλήθεια είναι πως αυτό δεν μας νοιάζει.

Κι αν αυτό καταστρέφει τις σακατεμένες και φτωχές κατασκευές των φημολόγων και ζαπατιστολόγων του Jovel [ιθαγενικό όνομα της πόλης Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας], τι να κάνουμε.

Δεν είμαι ούτε έχω υπάρξει άρρωστος, δεν είμαι ούτε έχω υπάρξει νεκρός.

Ή ναι, παρόλο που με σκότωσαν τόσες φορές, παρόλο που τόσες φορές έχω πεθάνει, είμαι και πάλι εδώ.

Αν ενθαρρύναμε αυτές τις φήμες είναι γιατί έτσι βόλευε.

Το τελευταίο μεγάλο κόλπο του ολογράμματος ήταν να προσποιηθεί θανάσιμη αρρώστια, συμπεριλαμβανομένων όλων των θανάτων που έχει υπομείνει.

Σε κάθε περίπτωση, το «αν το επιτρέψει η υγεία του» που χρησιμοποίησε ο εξεγερμένος υποδιοικητής Μοϊσές στην ανακοίνωση που ενημέρωνε για συμμετοχή στο Εθνικό Ιθαγενικό Κονγκρέσο ισοδυναμούσε με «αν το ζητήσει ο λαός» ή «αν με ευνοούν οι σφιγμομετρήσεις» ή «θεού επιτρέποντος» ή άλλες κοινότοπες φράσεις που τελευταία έχουν γίνει καραμέλα στις τάξεις των πολιτικών.

Επιτρέψτε μου μια συμβουλή: θα έπρεπε να αναπτύξετε λίγο την αίσθηση του χιούμορ, όχι μόνο για πνευματική και φυσική υγεία, αλλά και γιατί χωρίς αίσθηση του χιούμορ δεν πρόκειται να καταλάβετε τον ζαπατισμό. Κι όποιος δεν καταλαβαίνει, κατακρίνει· και όποιος κατακρίνει, καταδικάζει.

Στην πραγματικότητα αυτό ήταν το πιο εύκολο κομμάτι της περσόνας. Για να τροφοδοτηθεί η φήμη, το μόνο που είχα να κάνω ήταν να πω σε κάποια συγκεκριμένα άτομα: «θα σου πω ένα μυστικό, αλλά υποσχέσου μου ότι δεν θα το πεις σε κανέναν».

Φυσικά και το είπαν.

Οι κατεξοχήν αθέλητοι συμβάλλοντες στη φήμη της αρρώστιας και του θανάτου ήταν οι «ειδικοί στη ζαπατιστολογία» που στο υπερφίαλο Jovel και την χαοτική Πόλη του Μεξικού περηφανεύονται για την εγγύτητά τους στο ζαπατισμό και τη βαθιά γνώση που έχουν για το θέμα, συμπεριλαμβανομένων βέβαια και των μπάτσων που πληρώνονται και ως δημοσιογράφοι, τους δημοσιογράφους που πληρώνονται ως μπάτσοι, και τους και τις δημοσιογράφους που μόνο πληρώνονται, δυστυχώς, ως δημοσιογράφοι.

Τους ευχαριστώ όλους και όλες. Τους ευχαριστώ για τη διακριτικότητά τους. Έκαναν ακριβώς αυτό που υποθέταμε ότι θα έκαναν. Το μόνο κακό όλης αυτής της ιστορίας, είναι ότι μάλλον κανείς πλέον δεν θα τους εμπιστευτεί κάποιο μυστικό.

Είναι πεποίθηση και πρακτική μας ότι για την εξέγερση και τον αγώνα δεν χρειάζονται ούτε ηγέτες, ούτε μεγάλοι άντρες, ούτε μεσσίες, ούτε σωτήρες. Για τον αγώνα χρειάζεται μόνο λίγη ντροπή, λίγη αξιοπρέπεια και πολλή οργάνωση.

Τα υπόλοιπα, μπορεί να ωφελούν τη συλλογικότητα, μπορεί και όχι.

Είναι ιδιαίτερα κωμικό αυτό που έχει προκαλέσει στους πολιτικούς αναλυτές των από πάνω η λατρεία στο άτομο. Χτες έλεγαν ότι το μέλλον του μεξικανικού λαού εξαρτάται από τη συμμαχία με δύο άτομα. Προχτές έλεγαν ότι ο Peña Nieto [νυν πρόεδρος του Μεξικού] απαγκιστρωνόταν από τον Salinas de Gortari [παρελθόντα πρόεδρο, του ιδίου κόμματος], χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι κάνοντας κριτική στον Peña Nieto βρίσκονταν στο πλάι του Salinas de Gortari· και ότι αν έκαναν κριτική σ’ αυτόν τον τελευταίο, θα υποστήριζαν τον Peña Nieto. Τώρα λένε ότι πρέπει να πάρουμε θέση για τον ανταγωνισμό των από πάνω για τον έλεγχο των τηλεπικοινωνιών, δηλαδή ή είσαι με τον Slim ή με τους Azcárraga-Salinas. Κι ακόμη πιο πάνω, με τον Ομπάμα ή τον Πούτιν.

Όσοι προσδοκούν και βλέπουν προς τα πάνω, μπορούν να συνεχίσουν να ψάχνουν τον ηγέτη τους· μπορούν να συνεχίσουν να σκέφτονται ότι πλέον θα γίνουν σεβαστά τα εκλογικά αποτελέσματα· και ότι πλέον ο Slim θα υποστηρίξει στις εκλογές την αριστερά· και ότι πλέον στο Game of Thrones θα εμφανιστούν οι δράκοι και οι μάχες· και ότι πλέον στην τηλεοπτική σειρά The Walking Dead, ο Kirkman θα έρθει πιο κοντά στο κόμικ· ότι πλέον τα εργαλεία μέιντ ιν τσάινα δεν θα σπαν στην πρώτη χρήση· ότι πλέον το ποδόσφαιρο θα γίνει άθλημα και όχι επιχείρηση.

Και ίσως σε κάποια από αυτά να πέσουν μέσα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνούν ότι σε όλα αυτά είναι απλοί θεατές, δηλαδή, παθητικοί καταναλωτές.

Όσοι αγάπησαν και μίσησαν τον ΣουπΜάρκος πλέον γνωρίζουν ότι έχουν μισήσει και αγαπήσει ένα ολόγραμμα. Επομένως οι αγάπες και τα μίση τους ήταν άχρηστα, στείρα, κενά, κούφια.

Έτσι δεν θα υπάρξουν σπίτια-μουσεία ή μεταλλικές πλακέτες εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ούτε θα υπάρξει κάποιος που να έχει ζήσει έχοντας υπάρξει ο υποδιοικητής Μάρκος. Ούτε θα κληροδοτήσει το όνομα και τη θέση του. Δεν θα υπάρξουν ταξίδια με πληρωμένα τα έξοδα για ομιλίες στο εξωτερικό. Δεν θα υπάρξει μετακίνηση ούτε παραμονή σε πολυτελή νοσοκομεία. Δεν θα υπάρξουν χήρες ούτε κληρονόμοι. Δεν θα υπάρξουν κηδείες, τιμές, αγάλματα, μουσεία, βραβεία, ούτε τίποτα από όσα κάνει το σύστημα για να ενισχύσει τη λατρεία του ατόμου και να υποτιμήσει τη συλλογικότητα.

Η περσόνα ήταν κατασκευασμένη, και πλέον οι κατασκευαστές της, οι ζαπατίστας, τη καταστρέφουμε.

Αν κάποιος κατάλαβε εκείνο το μάθημα που δίνουν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσές μας, θα έχει καταλάβει ένα από τα θεμέλια του ζαπατισμού.

Έτσι τα προηγούμενα χρόνια έγινε ό,τι έγινε.

Έτσι είδαμε ότι ο χαμαιλέοντας, η περσόνα, το ολόγραμμα τέλος πάντων, δεν ήταν απαραίτητο.

Ξανά και ξανά το σχεδιάσαμε, και ξανά και ξανά περιμέναμε την κατάλληλη στιγμή: το κατάλληλο ημερολόγιο και την κατάλληλη γεωγραφία αυτού που αληθινά είμαστε σε αυτούς που αληθινά είναι.

Τότε ήρθε ο Γκαλεάνο με το θάνατό του για να μας υποδείξει τη γεωγραφία και το ημερολόγιο: «εδώ, στη Ρεαλιδάδ· τώρα: στην οδύνη και την οργή».

galeano

Ε. Η οδύνη και η οργή. Ψίθυροι και κραυγές.

Όταν ήρθαμε εδώ στο καρακόλ της Ρεαλιδάδ, χωρίς να μας το πει κανείς αρχίσαμε να μιλάμε ψιθυριστά.

Μιλούσε σιωπηλά η οδύνη μας, σιωπηλή ήταν και η οργή μας.

Σα να προσπαθούσαμε να αποτρέψουμε να διώξουν τον Γκαλεάνο οι θόρυβοι, οι ήχοι που του ήταν ξένοι.

Σα να τον καλούσαν οι φωνές και τα βήματά μας.

«Περίμενε σύντροφε», έλεγε η σιωπή μας.

«Μη φεύγεις», ψιθύριζαν τα λόγια.

Αλλά υπάρχουν άλλες οδύνες και άλλες οργές.

Αυτή τη στιγμή, σε άλλα σημεία του Μεξικού και του κόσμου, ένας άντρας, μια γυναίκα, ένας άλλος, ένα παιδί, ένας αγόρι, ένα κορίτσι, ένας ηλικιωμένος, μια ηλικιωμένη, μια μνήμη, ξυλοκοπείται θρασύδειλα, περικυκλωμένη απ’ το αδηφάγο έγκλημα που είναι το σύστημα, στραγγαλίζεται, μαχαιρώνεται, πυροβολείται, αποτελειώνεται, αιχμάλωτη ανάμεσα σε κοροϊδίες, εγκαταλελειμμένη, με σώμα που περισυλλέχτηκε και κλάφτηκε, με τη ζωή της θαμμένη.

Μόνο μερικά ονόματα:

Alexis Benhumea, δολοφονήθηκε στην πολιτεία του Μεξικού.
Francisco Javier Cortés, δολοφονήθηκε στην πολιτεία του Μεξικού.
Juan Vázquez Guzmán, δολοφονήθηκε στην Τσιάπας.
Juan Carlos Gómez Silvano, δολοφονήθηκε στην Τσιάπας.
Ο σύντροφος Kuy, δολοφονήθηκε στην Πόλη του Μεξικού.
Carlo Giuliani, δολοφονήθηκε στην Ιταλία.
Αλέξης Γρηγορόπουλος, δολοφονήθηκε στην Ελλάδα.
Wajih Wajdi al-Ramahi, δολοφονήθηκε σε ένα στρατόπεδο προσφύγων στη Ραμάλα της Δυτικής Όχθης. Ετών 14, δολοφονήθηκε από μια σφαίρα στην πλάτη που εκτοξεύτηκε από ένα ισραηλινό παρατηρητήριο, δεν υπήρχαν πορείες ή διαδηλώσεις, ούτε τίποτ’ άλλο στο δρόμο.
Matías Valentín Catrileo Quezada, της φυλής των Μαπούτσε, δολοφονήθηκε στη Χιλή.
Teodulfo Torres Soriano, σύντροφος της Έκτης, εξαφανίστηκε στην Πόλη του Μεξικού.
Guadalupe Jerónimo και Urbano Macías, κάτοικοι του Cherán, δολοφονήθηκαν στο Μιτσοακάν.
Francisco de Asís Manuel, εξαφανίστηκε στην Santa María Ostula.
Javier Martínes Robles, εξαφανίστηκε στην Santa María Ostula.
Gerardo Vera Orcino, εξαφανίστηκε στην Santa María Ostula.
Enrique Domínguez Macías, εξαφανίστηκε στην Santa María Ostula.
Martín Santos Luna, εξαφανίστηκε στην Santa María Ostula.
Pedro Leyva Domínguez, δολοφονήθηκε στην Santa María Ostula.
Diego Ramírez Domínguez, δολοφονήθηκε στην Santa María Ostula.
Trinidad de la Cruz Crisóstomo, δολοφονήθηκε στην Santa María Ostula.
Crisóforo Sánchez Reyes, δολοφονήθηκε στην Santa María Ostula.
Teódulo Santos Girón, εξαφανίστηκε στην Santa María Ostula.
Longino Vicente Morales, εξαφανίστηκε στο Guerrero.
Víctor Ayala Tapia, εξαφανίστηκε στο Guerrero.
Jacinto López Díaz “El Jazi”, δολοφονήθηκε στην Puebla.
Bernardo Vázquez Sánchez, δολοφονήθηκε στηνΟαχάκα.
Jorge Alexis Herrera, δολοφονήθηκε στο Guerrero.
Gabriel Echeverría, δολοφονήθηκε στο Guerrero.
Edmundo Reyes Amaya, εξαφανίστηκε στην Oaxaca.
Gabriel Alberto Cruz Sánchez, εξαφανίστηκε στην Oaxaca.
Juan Francisco Sicilia Ortega, δολοφονήθηκε στο Morelos.
Ernesto Méndez Salinas, δολοφονήθηκε στο Morelos.
Alejandro Chao Barona, δολοφονήθηκε στο Morelos.
Sara Robledo, δολοφονήθηκε στο Morelos.
Juventina Villa Mojica, δολοφονήθηκε στο Guerrero.
Reynaldo Santana Villa, δολοφονήθηκε στο Guerrero.
Catarino Torres Pereda, δολοφονήθηκε στην Oaxaca.
Bety Cariño, δολοφονήθηκε στην Oaxaca.
Jyri Jaakkola, δολοφονήθηκε στην Oaxaca.
Sandra Luz Hernández, δολοφονήθηκε στην Sinaloa.
Marisela Escobedo Ortíz, δολοφονήθηκε στην Chihuahua.
Celedonio Monroy Prudencio, εξαφανίστηκε στο Jalisco.
Nepomuceno Moreno Nuñez, δολοφονήθηκε στην Sonora.

Οι μετανάστες και οι μετανάστριες που τις εξαφάνισε ο στρατός και πιθανότατα δολοφονήθηκαν σε οποιοδήποτε σημείο της μεξικανικής έκτασης.

Οι φυλακισμένοι που θέλουν να τους σκοτώσουν ζωντανούς: ο Mumia Abu Jamal, ο Leonard Peltier, οι Μαπούτσε, ο Mario González, ο Juan Carlos Flores.

Το συνεχές θάψιμο φωνών που ήταν ζωές, που φιμώθηκαν από τον ήχο του χώματος που τους καταπλάκωσε και το κλείσιμο από τις μπάρες.

Και η μεγαλύτερη κοροϊδία είναι ότι σε κάθε φορτίο χώματος που ρίχνει το κάθε φορά πρωτοπαλίκαρο, το σύστημα λέει: «δεν αξίζεις, δεν έχεις σημασία, κανείς δεν σε κλαίει, κανείς δεν εξοργίζεται με το θάνατό σου, κανείς δεν ακολουθεί το δρόμο σου, κανείς δεν σηκώνει τη ζωή σου».

Και με το τελευταίο φορτίο καταδικάζει: «ακόμη κι αν συλληφθούν και καταδικαστούν αυτοί που σε σκότωσαν, πάντα θα βρίσκουμε άλλον, άλλη, άλλους, που και πάλι θα σου στήνουν ενέδρες και θα επαναλάμβάνουν το μακάβριο χορό που σου τέλειωσε τη ζωή».

Και λέει «Δεν με φοβίζει, δεν με βλάπτει, δεν με τιμωρεί η μικρή σου τοσοδούλα δικαιοσύνη, κατασκευασμένη για να προσποιούνται και να αποκτούν λίγη ηρεμία τα πληρωμένα μέσα για να φρενάρουν το χάος που πέφτει πάνω τους».

Τι λέμε σε αυτό το πτώμα που, σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου των από κάτω, θάβεται στη λήθη;

Ότι μόνο μετράει η δική μας οδύνη και οργή;

Ότι μόνο το δικό μας σθένος είναι σημαντικό;

Ότι ενόσω ψιθυρίζουμε την ιστορία μας, δεν ακούμε την κραυγή του, το ουρλιαχτό του;

Η αδικία έχει τόσα ονόματα και είναι τόσες πολλές οι κραυγές που προκαλεί.

Αλλά η δική μας οδύνη και οργή δεν μας εμποδίζουν ν’ ακούμε.

Και οι ψίθυροί μας δεν είναι μόνο για να θρηνούμε την άδικη πτώση των δικών μας νεκρών.

Είναι για να μπορέσουμε ν’ ακούσουμε μ’ αυτόν τον τρόπο άλλες οδύνες, να φτιάξουμε άλλες οργές και να συνεχίσουμε έτσι τον περίπλοκο, μακρύ και βασανιστικό δρόμο που θα φτιάξει από όλο αυτό ένα ουρλιαχτό που θα μετασχηματιστεί σε απελευθερωτικό αγώνα.

Και για να μην ξεχνάμε ότι όσο κάποιος ψιθυρίζει, κάποιος άλλος κραυγάζει.

Και μόνο το προσεκτικό αυτί μπορεί ν’ ακούσει.

Ενόσω τώρα μιλάμε και ακούμε, κάποιος κραυγάζει από πόνο, από οργή.

Και όπως πρέπει να μάθουμε να στρέφουμε το βλέμμα, έτσι και η ακοή πρέπει να βρει τον τρόπο που θα την κάνει γόνιμη.

Γιατί ενόσω κάποιος ξεκουράζεται, κάποιος άλλος συνεχίζει ν’ ανεβαίνει.

Για να δούμε αυτή την προσπάθεια, είναι αρκετό να κατεβάσουμε το βλέμμα και να σηκώσουμε την καρδιά.

Μπορείτε;

Θα μπορέσετε;

Η μικρή δικαιοσύνη μοιάζει τόσο πολύ με την εκδίκηση. Η μικρή δικαιοσύνη είναι αυτή που μοιράζει ατιμωρησία, καθώς τιμωρώντας έναν, αφήνει άλλους.

Αυτή που θέλουμε εμείς, αυτή για την οποία αγωνιζόμαστε, δεν εξαντλείται με το να βρεθούν οι δολοφόνοι του συντρόφου Γκαλεάνο και να δούμε ότι τιμωρήθηκαν (μην έχετε αμφιβολία ότι αυτό θα συμβεί).

Η υπομονετική και επίμονη αναζήτηση ψάχνει την αλήθεια, όχι τη λύτρωση της παραίτησης.

Η μεγάλη δικαιοσύνη έχει να κάνει με τον θαμμένο σύντροφο Γκαλεάνο.

Γιατί εμείς αναρωτιόμαστε όχι το τι να κάνουμε με το θάνατό του, μα τι πρέπει να κάνουμε με τη ζωή του.

Συμπαθάτε με αν μπαίνω στο γλοιώδες έδαφος των κοινοτοπιών, αλλά σ’ αυτόν τον σύντροφο δεν άξιζε να πεθάνει, όχι έτσι.

Όλη η προσπάθειά του, η καθημερινές του θυσίες, συνεπείς και αόρατες για όλους όσους δεν ήμασταν εμείς, ήταν για τη ζωή.

Και μπορώ να σας πω ότι ήταν ένας καταπληκτικός άνθρωπος και, επιπλέον, και αυτό είναι που μαγεύει, ότι υπάρχουν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες στις ιθαγενικές ζαπατιστικές κοινότητες σαν αυτόν, με την ίδια επιμονή, με απαράλλαχτη δέσμευση, με την ίδια καθαρότητα και ένα μόνο προορισμό: την ελευθερία.

Και κάνοντας μακάβριους υπολογισμούς: αν σε κάποιον αξίζει ο θάνατος είναι αυτός που δεν υπάρχει ούτε έχει υπάρξει, παρά μόνο ευκαιριακά για τα πληρωμένα μέσα ενημέρωσης.

Ήδη το έχει πει ο σύντροφος επικεφαλής μας που μιλά εκ μέρους του EZLN, ο εξεγερμένος υποδιοικητής Μοϊσές, ότι δολοφονώντας τον Γκαλεάνο, ή οποιονδήποτε από τους ζαπατίστας, οι από πάνω ήθελαν να δολοφονήσουν τον EZLN.

Όχι ως στρατό, αλλά ως ανόητο επαναστάτη που χτίζει και σηκώνει τη ζωή όπου εκείνοι, οι από πάνω, επιθυμούν τους βάλτους των μεταλλευτικών, πετρελαϊκών, τουριστικών βιομηχανιών, το θάνατο της γης και όσων την κατοικούν και τη δουλεύουν.

Και είπε πως έχουμε έρθει, ως Γενική Διεύθυνση του EΖLN για να ξεθάψουμε τον Γκαλεάνο.

Σκεφτήκαμε ότι είναι απαραίτητο να πεθάνει ένας από μας για να ζήσει ο Γκαλεάνο.

Και για να μείνει ικανοποιημένος αυτός ο αναιδής που είναι χάρος, στη θέση του Γκαλεάνο βάζουμε άλλο όνομα ώστε να ζήσει ο Γκαλεάνο και ο θάνατος να πάρει όχι μια ζωή, παρά μόνο ένα όνομα, μερικά γράμματα κενά από κάθε περιεχόμενο, χωρίς δική τους ιστορία, χωρίς ζωή.

Έτσι αποφασίσαμε ότι από σήμερα ο Μάρκος σταματά να υπάρχει.

Θα φύγει χέρι χέρι με τον Σκιώδη Πολεμιστή και τη Φλογίτσα για να μη χαθεί στο δρόμο, ο Δον Ντουρίτο θα φύγει μαζί του, το ίδιο και ο Γέρο-Αντόνιο.

Δεν θα τον αναζητήσουν τα κορίτσια και τα αγόρια που πριν μαζεύονταν για να ακούσουν τις ιστορίες του· είναι ήδη μεγάλοι, έχουν ήδη κρίση, ήδη αγωνίζονται όπως εκείνος, κι ακόμη περισσότερο, για την ελευθερία, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, που είναι το καθήκον κάθε ζαπατίστα.

Ο γατόσκυλος θα του τραγουδήσει το τραγούδι του αποχωρισμού και όχι ένας κύκνος.

Και στο τέλος, όσοι καταλάβουν, θα ξέρουν ότι δεν φεύγει όποιος ποτέ δεν υπήρξε, ούτε πεθαίνει όποιος δεν έχει ζήσει.

Και ο χάρος θα φύγει εξαπατημένος από έναν ιθαγενή που στον αγώνα ονομάζεται Γκαλεάνο, και θα επιστρέψει για να περπατήσει σ’ εκείνες τις πέτρες που έχουν τοποθετηθεί στον τάφο του και να διδάξει, όποιον αφεθεί, τα βασικά του ζαπατισμού, δηλαδή να μη νικιέται, να μην παραδίνεται, να μην κλονίζεται.

Στο χάρο! Σα να μην ήταν ξεκάθαρο ότι τους από πάνω τους απελευθερώνει από κάθε συνυπευθυνότητα, πέρα από τον επικήδειο λόγο, το γκρίζο μνημόσυνο, το στείρο άγαλμα, το ελεγχόμενο μουσείο.

Κι εμείς; Εμάς ο θάνατος μας δεσμεύει με ό,τι έχει τη ζωή.

Έτσι, να’ μαστε εδώ, κοροϊδεύοντας το θάνατο στην πραγματικότητα.

Σύντροφοι,

Λέγοντας όλα τα παραπάνω, στις 2:08 της 25ης Μάη 2014 στο νοτιοανατολικό μέτωπο μάχης του EZLN ανακοινώνω ότι σταματά να υπάρχει ο γνωστός ως Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος, ο αυτοκαλούμενος ως «υποδιοικητής ανοξείδωτου χάλυβα».

Αυτά.

Με τη φωνή μου δεν θα μιλά η φωνή του Εθνικοαπελευθερωτικού Ζαπατιστικού Στρατού.

Γεια σας και για πότε [hasta nunca]… ή για πάντα, όποιος κατάλαβε θα ξέρει πως πλέον δεν έχει σημασία, ότι ποτέ δεν είχε.

Από τη ζαπατιστική πραγματικότητα.

Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος.

Μεξικό, 24 Μάη 2014.

Υ.Γ.1 “Game is over”;

Υ.Γ. 2 Τσεκ μάτ;

Υ.Γ. 3 Τουσέ;

Υ.Γ. 4 Τα λέμε, παρέα, και να στέλνετε καπνό.

Υ.Γ. 5 Μμμ… αυτή λοιπόν είναι η κόλαση… Να ο Piporro, ο Pedro, o José Alfredo! Πώς; Επειδή ήταν σεξιστές; Μπα, δεν νομίζω, αφού εγώ ποτέ…

Υ.Γ. 6 Ή μήπως όπως λέει κάποιος, χωρίς τον χαμαιλέοντα, μπορώ πλέον να περπατάω γυμνός;

Υ.Γ 7 Πω πω, είναι πολύ σκοτεινά εδώ μέσα, χρειάζομαι μια φλογίτσα.

[παύση και παρατεταμένο χειροκρότημα]

[Μοϊσές:] Ωραία σύντροφοι και συντρόφισσες, θα δώσουμε το λόγο σε έναν άλλο σύντροφο:

[φωνή του Μάρκος] Καλό ξημέρωμα σε όλους και σε όλες. Το όνομά μου είναι Γκαλεάνο, Εξεγερμένος Υποδιοικητής Γκαλεάνο.

Υπάρχει κανείς άλλος εδώ που τον λένε Γκαλεάνο;

[ακούγονται φωνές που λένε ‘εμένα με λένε Γκαλεάνο’ ‘κι εμένα με λένε Γκαλεάνο’ και στο τέλος πολλοί μαζί ‘Έίμαστε όλοι Γκαλεάνο’]

[ξαναπαίρνει το λόγο η φωνή του ‘Μάρκος’]

Γι’ αυτό φαίνεται μου είχαν πει πως όταν θα ξαναγεννιόμουν θα ήταν με τρόπο συλλογικό.

Ας είναι λοιπόν.

Καλό ταξίδι. Να προσέχετε. Να μας προσέχετε.

Από τα βουνά του Νοτιοανατολικού Μεξικού.

Εξεγερμένος Υποδιοικητής Γκαλεάνο.

Μεξικό, Μάης 2014.

————————————————-

Σημειώσεις της aqua:

[1] Guardias blancas: Γενικό όνομα για παραστρατιωτικές ομάδες που σχηματίστηκαν μετά τη σφαγή των φοιτητών το 1968 στο Tlatelolco, στο πλαίσιο της αντεπαναστατικής επίθεσης του PRI ενάντια σε κινήματα και οργανώσεις. Επικεντρώθηκαν στην ύπαιθρο, αποτελούνταν από χωροφύλακες και τσιράκια των φεουδαρχών, που ανέλαβαν να ‘εξαφανίζουν’ και να καταστέλλουν ομάδες ακτημόνων.

[2] Votán: πρόσωπο της μυθολογίας των Μάγιας που οδήγησε σε μια μεγάλη έκταση το λαό του ιδρύοντας πόλεις. Στο Μικρό Ζαπατιστικό Σχολείο votán ονομαζόταν ο καθοδηγητής-σύντροφος που είχαν όλοι οι συμμετέχοντες μαθητές στη γνωριμία με τον κόσμο των ζαπατίστας. Εξ ου και ο Γκαλεάνο ονομάζεται votán.

[3] CIOAC-H (Ιστορική Κεντρική Ανεξάρτητη Οργάνωση Αγροτικών Εργατών και Αγροτών): παραστρατιωτική οργάνωση που εμφανίζεται ως αγροτική, μέλη της οποίας σκότωσαν τον Γκαλεάνο και τραυμάτισαν άλλα 15 άτομα εισβάλλοντας στις 2 Μάη 2014 στο καρακόλ της Ρεαλιδάδ. Εδώ η καταγγελία του Συμβουλίου Καλής Διακυβέρνησης.

[4] Αναφέρεται στη δήθεν αποκάλυψη στις 9 Φλεβάρη του 1995 της πραγματικής ταυτότητας του Μάρκος, που ταυτίστηκε με τον Rafael Sebastián Guillén Vicente, γεννημένο στο Tampico. Εδώ το σχετικό βίντεο.

 

———————————————————————–

ENTRE LA LUZ Y LA SOMBRA.
En La Realidad, Planeta Tierra.
Mayo del 2014.
Compañera, compañeroa, compañero:
Buenas noches, tardes, días en cualesquiera que sea su geografía, su tiempo y su modo.
Buenas madrugadas.
Quisiera pedirles a las compañeras, compañeros y compañeroas de la Sexta que vienen de otras partes, especialmente a los medios libres compañeros, su paciencia, tolerancia y comprensión para lo que voy a decir, porque éstas serán mis últimas palabras en público antes de dejar de existir.
Me dirijo a ustedes y a quienes a través de ustedes nos escuchan y miran.
Tal vez al inicio, o en el transcurso de estas palabras vaya creciendo en su corazón la sensación de que algo está fuera de lugar, de que algo no cuadra, como si estuvieran faltando una o varias piezas para darle sentido al rompecabezas que se les va mostrando. Como que de por sí falta lo que falta.
Tal vez después, días, semanas, meses, años, décadas después se entienda lo que ahora decimos.
Mis compañeras y compañeros del EZLN en todos sus niveles no me preocupan, porque de por sí es nuestro modo acá: caminar, luchar, sabiendo siempre que siempre falta lo que falta.
Además de que, que no se ofenda nadie, la inteligencia de l@s compas zapatistas está muy por arriba del promedio.
Por lo demás, nos satisface y enorgullece que sea ante compañeras, compañeros y compañeroas, tanto del EZLN como de la Sexta, que se da a conocer esta decisión colectiva.
Y qué bueno que será por lo medios libres, alternativos, independientes, que este archipiélago de dolores, rabias y digna lucha que nos llamamos “la Sexta” tendrá conocimiento de esto que les diré, donde quiera que se encuentren.
Si a alguien más le interesa saber qué pasó este día tendrá que acudir a los medios libres para enterarse.
Va pues. Bienvenidas y bienvenidos a la realidad zapatista.
I.- Una decisión difícil.
Cuando irrumpimos e interrumpimos en 1994 con sangre y fuego, no iniciaba la guerra para nosotras, nosotros los zapatistas.
La guerra de arriba, con la muerte y la destrucción, el despojo y la humillación, la explotación y el silencio impuestos al vencido, ya la veníamos padeciendo desde siglos antes.
Lo que para nosotros inicia en 1994 es uno de los muchos momentos de la guerra de los de abajo contra los de arriba, contra su mundo.
Esa guerra de resistencia que día a día se bate en las calles de cualquier rincón de los cinco continentes, en sus campos y en sus montañas.
Era y es la nuestra, como la de muchos y muchas de abajo, una guerra por la humanidad y contra el neoliberalismo.
Contra la muerte, nosotros demandamos vida.
Contra el silencio, exigimos la palabra y el respeto.
Contra el olvido, la memoria.
Contra la humillación y el desprecio, la dignidad.
Contra la opresión, la rebeldía.
Contra la esclavitud, la libertad.
Contra la imposición, la democracia.
Contra el crimen, la justicia.
¿Quién con un poco de humanidad en las venas podría o puede cuestionar esas demandas?
Y en ese entonces muchos escucharon.
La guerra que levantamos nos dio el privilegio de llegar a oídos y corazones atentos y generosos en geografías cercanas y alejadas.
Faltaba lo que faltaba, y falta lo que falta, pero conseguimos entonces la mirada del otro, su oído, su corazón.
Entonces nos vimos en la necesidad de responder a una pregunta decisiva:
“¿Qué sigue?”
En las tétricas cuentas de la víspera no entraba la posibilidad de plantearnos pregunta alguna. Así que esa pregunta nos llevó a otras:
¿Preparar a los que siguen en la ruta de la muerte?
¿Formar más y mejores soldados?
¿Invertir empeños en mejorar nuestra maltrecha maquinaria de guerra?
¿Simular diálogos y disposición para la paz, pero seguir preparando nuevos golpes?
¿Matar o morir como único destino?
¿O debíamos reconstruir el camino de la vida, ése que habían roto y siguen rompiendo desde arriba?
El camino no sólo de los pueblos originarios, también de trabajadores, estudiantes, maestros, jóvenes, campesinos, además de todas las diferencias que se celebran arriba, y abajo se persiguen y se castigan.
¿Debíamos inscribir nuestra sangre en el camino que otros dirigen hacia el Poder o debíamos voltear el corazón y la mirada a los que somos y a los que son lo que somos, es decir los pueblos originarios, guardianes de la tierra y la memoria?
Nadie lo escuchó entonces, pero en los primeros balbuceos que fueron nuestras palabras advertimos que nuestro dilema no estaba entre negociar o combatir, sino entre morir o vivir.
Quien hubiera advertido entonces que ese temprano dilema no era individual, tal vez hubiera entendido mejor lo que ha ocurrido en la realidad zapatista los últimos 20 años.
Pero les decía yo que nos topamos con esa pregunta y ese dilema.
Y elegimos.
Y en lugar de dedicarnos a formar guerrilleros, soldados y escuadrones, preparamos promotores de educación, de salud, y se fueron levantando las bases de la autonomía que hoy maravilla al mundo.
En lugar de construir cuarteles, mejorar nuestro armamento, levantar muros y trincheras, se levantaron escuelas, se construyeron hospitales y centros de salud, mejoramos nuestras condiciones de vida.
En lugar de luchar por ocupar un lugar en el Partenón de las muertes individualizadas de abajo, elegimos construir la vida.
Esto en medio de una guerra que no por sorda era menos letal.
Porque, compas, una cosa es gritar “no están solos” y otra enfrentar sólo con el cuerpo una columna blindada de tropas federales, como ocurrió en la zona de Los Altos de Chiapas, y a ver si hay suerte y alguien se entera, y a ver si hay un poco más de suerte y el que se entera se indigna, y otro poco más de suerte y el que se indigna hace algo.
En el entretanto, las tanquetas son frenadas por las mujeres zapatistas, y a falta de parque fue con mentadas de madre y piedras que la serpiente de acero tuvo que echarse para atrás.
Y en la zona norte de Chiapas, padecer el nacimiento y desarrollo de las guardias blancas, recicladas entonces como paramilitares; y en la zona Tzotz Choj las agresiones continuas de organizaciones campesinas que de “independientes” a veces ni el nombre tienen; y en la zona de la Selva Tzeltal la combinación de paramilitares y contras.
Y una cosa es gritar “todos somos marcos” o “no todos somos marcos”, según el caso o cosa, y otra la persecución con toda la maquinaria de guerra, la invasión de poblados, el “peinado” de montañas, el uso de perros adiestrados, las aspas de los helicópteros artillados alborotando los copetes de las ceibas, el “vivo o muerto” que nació en los primeros días de enero de 1994 y alcanzó su nivel más histérico en 1995 y el resto del sexenio del ahora empleado de una trasnacional, y que esta zona de Selva Fronteriza padeció desde 1995 y a la que se suma después la misma secuencia de agresiones de organizaciones campesinas, uso de paramilitares, militarización, hostigamiento.
Si hay algún mito en todo esto no es el pasamontañas, sino la mentira que repiten desde esos días, incluso retomada por personas con altos estudios, de que la guerra contra los zapatistas sólo duró 12 días.
No haré un recuento detallado. Alguien con un poco de espíritu crítico y seriedad puede reconstruir la historia, y sumar y restar para sacar la cuenta, y decir si fueron y son más los reporteros que los policías y soldados; si fueron más los halagos que las amenazas e insultos, si el precio que se ponía era para ver el pasamontañas o para capturarlo “vivo o muerto”.
En esas condiciones, algunas veces sólo con nuestras fuerzas y otras con el apoyo generoso e incondicional de gente buena de todo el mundo, se fue avanzando en la construcción aún inacabada, es cierto, pero ya definida de lo que somos.
No es entonces una frase, afortunada o desafortunada, según se le vea desde arriba o desde abajo, la de “aquí estamos los muertos de siempre, muriendo de nuevo, pero ahora para vivir”. Es la realidad.
Y casi 20 años después…
El 21 de diciembre del 2012, cuando la política y el esoterismo coincidían, como otras veces, en predicar catástrofes que siempre son para los de siempre, los de abajo, repetimos el golpe de mano del 1 de enero del 94 y, sin disparar ni un solo tiro, sin armas, con nuestro solo silencio, postramos de nuevo la soberbia de las ciudades cuna y nido del racismo y el desprecio.
Si el primero de enero de 1994, miles de hombres y mujeres sin rostro atacaron y rindieron las guarniciones que protegían las ciudades, el 21 de diciembre del 2012 fueron decenas de miles que tomaron sin palabras los edificios desde donde se celebraba nuestra desaparición.
El sólo hecho inapelable de que el EZLN no sólo no se había debilitado, mucho menos desaparecido, sino que había crecido cuantitativa y cualitativamente hubiera bastado para que cualquier mente medianamente inteligente se diera cuenta de que, en esos 20 años, algo había cambiado al interior del EZLN y de las comunidades.
Tal vez más de alguno piense que nos equivocamos al elegir, que un ejército no puede ni debe empeñarse en la paz.
Por muchas razones, cierto, pero la principal era y es porque de esa forma terminaríamos por desaparecer.
Tal vez es cierto. Tal vez nos equivocamos al elegir cultivar la vida en lugar de adorar a la muerte.
Pero nosotros elegimos no escuchando a los de afuera. No a quienes siempre demandan y exigen la lucha a muerte, mientras los muertos los pongan otros.
Elegimos mirándonos y escuchándonos, siendo el Votán colectivo que somos.
Elegimos la rebeldía, es decir, la vida.
Eso no quiere decir que no supiéramos que la guerra de arriba trataría y trata de imponer de nuevo su dominio sobre nosotros.
Supimos y sabemos que una y otra vez habremos de defender lo que somos y como somos.
Supimos y sabemos que seguirá habiendo muerte para que haya vida.
Supimos y sabemos que para vivir, morimos.
II.- ¿Un fracaso?
Dicen por ahí que no hemos logrado nada para nosotros.
No deja de sorprender que se maneje con tanto desparpajo esta posición.
Piensan que los hijos e hijas de los comandantes y comandantas deberían disfrutar de viajes al extranjero, de estudios en escuelas privadas y luego de altos puestos en la empresa o la política. Que en lugar de trabajar la tierra para arrancarle con sudor y empeño el alimento, deberían lucirse en las redes sociales divirtiéndose en los antros, exhibiendo lujos.
Tal vez los subcomandantes deberían procrear y heredar a sus descendientes los cargos, las prebendas, los templetes, como hacen los políticos de todo el espectro.
Tal vez deberíamos, como los dirigentes de la CIOAC-H y de otras organizaciones campesinas, recibir privilegios y paga en proyectos y apoyos, quedarnos con la mayor parte y dejar a las bases sólo unas migajas, a cambio de que cumplan las órdenes criminales que vienen de más arriba.
Pero es cierto, no hemos logrado nada de eso para nosotros.
Difícil de creer que, 20 años después de aquel “nada para nosotros”, resultara que no era una consigna, una frase buena para carteles y canciones, sino una realidad, la realidad.
Si el ser consecuentes es un fracaso, entonces la incongruencia es el camino del éxito, la ruta al Poder.
Pero nosotros no queremos ir para allá.
No nos interesa.
En esos parámetros preferimos fracasar que triunfar.
III.- El relevo.
En estos 20 años ha habido un relevo múltiple y complejo en el EZLN.
Algunos han advertido sólo el evidente: el generacional.
Ahora están haciendo la lucha y dirigiendo la resistencia quienes eran pequeños o no habían nacido al inicio del alzamiento.
Pero algunos estudiosos no se han percatado de otros relevos:
El de clase: del origen clase mediero ilustrado, al indígena campesino.
El de raza: de la dirección mestiza a la dirección netamente indígena.
Y el más importante: el relevo de pensamiento: del vanguardismo revolucionario al mandar obedeciendo; de la toma del Poder de Arriba a la creación del poder de abajo; de la política profesional a la política cotidiana; de los líderes, a los pueblos; de la marginación de género, a la participación directa de las mujeres; de la burla a lo otro, a la celebración de la diferencia.
No me extenderé más sobre esto, porque ha sido precisamente el curso “La Libertad según l@s zapatistas” la oportunidad de constatar si en territorio organizado vale más el personaje que la comunidad.
En lo personal no entiendo por qué gente pensante que afirma que la historia la hacen los pueblos, se espante tanto ante la existencia de un gobierno del pueblo donde no aparecen los “especialistas” en ser gobierno.
¿Por qué les da terror el que sean los pueblos los que manden, los que dirijan sus pasos propios?
¿Por qué mueven la cabeza con desaprobación frente al mandar obedeciendo?
El culto al individualismo encuentra en el culto al vanguardismo su extremo más fanático.
Y ha sido eso precisamente, el que los indígenas manden y que ahora un indígena sea el vocero y jefe, lo que los aterra, los aleja, y finalmente se van para seguir buscando alguien que precise de vanguardias, caudillos y líderes. Porque también hay racismo en la izquierda, sobre todo en la que se pretende revolucionaria.
El ezetaelene no es de ésos. Por eso no cualquiera puede ser zapatista.
IV.- Un holograma cambiante y a modo. Lo que no será.
Antes del amanecer de 1994, pasé 10 años en estas montañas. Conocí y traté personalmente a algunos en cuya muerte morimos un mucho. Conozco y trato desde entonces con otros y otras más que hoy están aquí como nosotros.
Muchas madrugadas me encontré a mí mismo tratando de digerir las historias que me contaban, los mundos que dibujaban con silencios, manos y miradas, su insistencia en señalar algo más allá.
¿Era un sueño el mundo ése, tan otro, tan lejano, tan ajeno?
A veces pensé que se habían adelantado, que las palabras que nos guiaron y guían venían de tiempos para los que no habían aún calendarios, perdidos como estaban en geografías imprecisas: siempre el sur digno omnipresente en todos los puntos cardinales.
Luego supe que no me hablaban de un mundo inexacto y, por lo tanto, improbable.
Ese mundo ya andaba con su paso.
Ustedes, ¿no lo vieron? ¿No lo ven?
No hemos engañado a nadie de abajo. No escondemos que somos un ejército, con su estructura piramidal, su centro de mando, sus decisiones de arriba hacia abajo. No por congraciarnos con libertarios o por moda negamos lo que somos.
Pero cualquiera puede ver ahora si el nuestro es un ejército que suplante o impone.
Y debo decir esto, que ya he pedido la autorización del compañero Subcomandante Insurgente Moisés para hacerlo:
Nada de lo que hemos hecho, para bien o para mal, hubiera sido posible si un ejército armado, el zapatista de liberación nacional, no se hubiera alzado contra el mal gobierno ejerciendo el derecho a la violencia legítima. La violencia del de abajo frente a la violencia del de arriba.
Somos guerreros y como tales sabemos cuál es nuestro papel y nuestro momento.
En la madrugada del día primero del primer mes del año de 1994, un ejército de gigantes, es decir, de indígenas rebeldes, bajó a las ciudades para con su paso sacudir el mundo.
Apenas unos días después, con la sangre de nuestros caídos aún fresca en las calles citadinas, nos dimos cuenta de que los de afuera no nos veían.
Acostumbrados a mirar desde arriba a los indígenas, no alzaban la mirada para mirarnos.
Acostumbrados a vernos humillados, su corazón no comprendía nuestra digna rebeldía.
Su mirada se había detenido en el único mestizo que vieron con pasamontañas, es decir, que no miraron.
Nuestros jefes y jefas dijeron entonces:
“Sólo lo ven lo pequeño que son, hagamos a alguien tan pequeño como ellos, que a él lo vean y por él nos vean”
Empezó así una compleja maniobra de distracción, un truco de magia terrible y maravillosa, una maliciosa jugada del corazón indígena que somos, la sabiduría indígena desafiaba a la modernidad en uno de sus bastiones: los medios de comunicación.
Empezó entonces la construcción del personaje llamado “Marcos”.
Les pido que me sigan en este razonamiento:
Supongamos que es posible otra forma de neutralizar a un criminal. Por ejemplo, creándole su arma homicida, hacerle creer que es efectiva, conminarlo a construir, en base a esa efectividad, todo su plan, para, en el momento en que se prepara para disparar, el “arma” vuelva a ser lo que siempre fue: una ilusión.
El sistema entero, pero sobre todo sus medios de comunicación, juegan a construir famas para luego destruirlas si no se pliegan a sus designios.
Su poder residía (ya no, han sido desplazados en eso por las redes sociales) en decidir qué y quién existía en el momento en que elegían qué nombraban y qué callaban.
En fin, no me hagan mucho caso, como se ha demostrado en estos 20 años, yo no sé nada de medios masivos de comunicación.
El caso es que el SupMarcos pasó de ser un vocero a ser un distractor.
Si el camino de la guerra, es decir, de la muerte, nos había tomado 10 años; el de la vida tomó más tiempo y requirió más esfuerzo, por no hablar de sangre.
Porque, aunque no lo crean, es más fácil morir que vivir.
Necesitábamos tiempo para ser y para encontrar a quien supiera vernos como lo que somos.
Necesitábamos tiempo para encontrar a quien nos viera no hacia arriba, no hacia abajo, que de frente nos viera, que nos viera con mirada compañera.
Les decía que empezó entonces la construcción del personaje.
Marcos un día tenía los ojos azules, otro día los tenía verdes, o cafés, o miel, o negros, todo dependiendo de quién hiciera la entrevista y tomara la foto. Así fue reserva en equipos de futbol profesional, empleado en tiendas departamentales, chofer, filósofo, cineasta, y los etcéteras que pueden encontrar en los medios de paga de esos calendarios y en diversas geografías. Había un Marcos para cada ocasión, es decir, para cada entrevista. Y no fue fácil, créanme, no había entonces wikipedia y si venían del Estado Español tenía que investigar si el corte inglés, por ejemplo, era un corte de traje típico de Inglaterra, una tienda de abarrotes, o una tienda departamental.
Si me permiten definir a Marcos el personaje entonces diría sin titubear que fue una botarga.
Digamos que, para que me entiendan, Marcos era un Medio No Libre (ojo: que no es lo mismo que ser un medio de paga).
En la construcción y mantenimiento del personaje tuvimos algunos errores.
“Es de humanos el herrar”, dijo el herrero.
Durante el primer año agotamos, como quien dice, el repertorio de “Marcos” posibles. Así que para inicios de 1995 estábamos en apuros y el proceso de los pueblos estaba en sus primeros pasos.
Así que en 1995 ya no sabíamos cómo hacerle. Pero entonces es cuando Zedillo, con el PAN de la mano, “descubre” a Marcos con el mismo método científico con que encuentra osamentas, es decir, por delación esotérica.
La historia del tampiqueño nos dio aire, aunque el fraude posterior de la Paca de Lozano nos hizo temer que la prensa de paga cuestionara también el “desenmascaramiento” de Marcos y descubriera que era un fraude más. Afortunadamente no fue así. Como ésa, los medios siguieron tragando otras ruedas de molino semejantes.
Un tiempo después el tampiqueño llegó a estas tierras. Junto con el Subcomandante Insurgente Moisés, hablamos con él. Le ofrecimos entonces dar una conferencia conjunta, así podría él librarse de la persecución puesto que sería evidente que no eran Marcos y él la misma persona. No quiso. Vino a vivir acá. Salió algunas veces y su rostro puede encontrarse en las fotografías de los velorios de sus padres. Si quieren pueden entrevistarlo. Ahora vive en una comunidad, en…. Ah, no quiere que sepan dónde mero vive. No diremos nada más para que él, si así lo desea algún día, pueda contar la historia que vivió desde el 9 de febrero de 1995. Por nuestra parte sólo nos queda agradecerle que nos haya pasado datos que cada tanto usamos para alimentar la “certeza” de que el SupMarcos no es lo que es en realidad, es decir, una botarga o un holograma, sino un profesor universitario, originario del ahora doloroso Tamaulipas.
En el entretanto seguíamos buscando, buscándolas, buscándolos a ustedes, a quienes ahora están aquí y a quienes no están aquí pero están.
Lanzamos una y otra iniciativas para encontrar al otro, a la otra, a lo otro compañero. Diferentes iniciativas, tratando de encontrar la mirada y el oído que necesitamos y merecemos.
En el entretanto, seguía el avance de los pueblos y el relevo del que se ha hablado mucho o poco, pero que se puede constatar directamente, sin intermediarios.
En la búsqueda de lo otro, una y otra vez fracasamos.
A quien encontrábamos o nos quería dirigir o quería que lo dirigiéramos.
Había quienes se acercaban y lo hacían con el afán de usarnos, o para mirar hacia atrás, sea con la nostalgia antropológica, sea con la nostalgia militante.
Así para unos éramos comunistas, para otros trotskistas, para otros anarquistas, para otros maoístas, para otros milenaristas, y ahí les dejo varios “istas” para que pongan lo que sea de su conocimiento.
Así fue hasta la Sexta Declaración de la Selva Lacandona, la más audaz y la más zapatista de las iniciativas que hemos lanzado hasta ahora.
Con la Sexta al fin hemos encontrado quien nos mira de frente y nos saluda y abraza, y así se saluda y abraza.
Con la Sexta al fin los encontramos a ustedes.
Por fin, alguien que entendía que no buscábamos ni pastores que nos guiaran, ni rebaños a los cuales conducir a la tierra prometida. Ni amos ni esclavos. Ni caudillos ni masas sin cabeza.
Pero faltaba ver si era posible que miraran y escucharan lo que siendo somos.
Al interior, el avance de los pueblos había sido impresionante.
Entonces vino el curso “La Libertad según l@s zapatistas”.
En 3 vueltas, nos dimos cuenta de que ya había una generación que podía mirarnos de frente, que podía escucharnos y hablarnos sin esperar guía o liderazgo, ni pretender sumisión ni seguimiento.
Marcos, el personaje, ya no era necesario.
La nueva etapa en la lucha zapatista estaba lista.
Pasó entonces lo que pasó y muchas y muchos de ustedes, compañeras y compañeros de la Sexta, lo conocen de manera directa.
Podrán decir luego que lo del personaje fue ocioso. Pero una revisión honesta de esos días dirá de cuántas y cuántos voltearon a mirarnos, con agrado o desagrado, por los desfiguros de una botarga.
Así que el relevo de mando no se da por enfermedad o muerte, ni por desplazamiento interno, purga o depuración.
Se da lógicamente de acuerdo a los cambios internos que ha tenido y tiene el EZLN.
Sé que eso no cuadra con los esquemas cuadrados que en los distintos arriba hay, pero eso la verdad nos tiene sin cuidado.
Y si esto arruina la perezosa y pobre elaboración de los rumorólogos y zapatólogos de Jovel, pues ni modos.
Ni estoy ni he estado enfermo, ni estoy ni he estado muerto.
O sí, aunque tantas veces me mataron, tantas veces me morí, y de nuevo estoy aquí.
Si alentamos esos rumores fue porque así convenía.
El último gran truco del holograma fue simular enfermedad terminal, e incluso todas las muertes que ha padecido.
Por cierto, lo de “si su salud lo permite”, que el Subcomandante Insurgente Moisés usó en el comunicado anunciando la compartición con el CNI, era un equivalente a “si el pueblo lo pide” o “si las encuestas me favorecen” o “si dios me da licencia” u otros lugares comunes que han sido la muletilla en la clase política en los últimos tiempos.
Si me permiten un consejo: deberían cultivar un poco el sentido del humor, no sólo por salud mental y física, también porque sin sentido del humor no van a entender al zapatismo. Y el que no entiende, juzga; y el que juzga, condena.
En realidad ésa ha sido la parte más sencilla del personaje. Para alimentar el rumor sólo fue necesario decirle a algunas personas en específico: “te voy a decir un secreto pero prométeme que no se lo vas a contar nadie”.
Por supuesto que lo contaron.
Los principales colaboradores involuntarios del rumor de enfermedad y muerte han sido los “expertos en zapatología” que en la soberbia Jovel y en la caótica Ciudad de México presumen su cercanía con el zapatismo y el profundo conocimiento que de él tienen, además, claro, de los policías que también cobran como periodistas, de los periodistas que cobran como policías, y de l@s periodistas que sólo cobran, y mal, como periodistas.
Gracias a todas y todos ellos y ellas. Gracias por su discreción. Hicieron exactamente como suponíamos que iban a hacer. Lo único malo de todo esto, es que dudo que ahora alguien les confíe ningún secreto.
Es nuestra convicción y nuestra práctica que para rebelarse y luchar no son necesarios ni líderes ni caudillos ni mesías ni salvadores. Para luchar sólo se necesitan un poco de vergüenza, un tanto de dignidad y mucha organización.
Lo demás, o sirve al colectivo o no sirve.
Ha sido particularmente cómico lo que el culto al individuo ha provocado en los politólogos y analistas de arriba. Ayer dijeron que el futuro de este pueblo mexicano dependía de la alianza de 2 personalidades. Antier dijeron que Peña Nieto se independizaba de Salinas de Gortari, sin darse cuenta de que, entonces, si criticaban a Peña Nieto, se ponían del lado de Salinas de Gortari; y que si criticaban a éste último, apoyaban a Peña Nieto. Ahora dicen que hay que optar por un bando en la lucha de arriba por el control de las telecomunicaciones, así que o estás con Slim o estás con Azcárraga-Salinas. Y más arriba, o con Obama o con Putin.
Quienes hacia arriba suspiran y miran pueden seguir buscando su líder; pueden seguir pensando que ahora sí se van a respetar los resultados electorales; que ahora sí Slim va a apoyar la opción electoral de izquierda; que ahora sí en Game of Thrones van a aparecer los dragones y las batallas; que ahora sí en la serie televisiva The Walking Dead, Kirkman se va a apegar al comic; que ahora sí las herramientas hechas en china no se van a quebrar a la primera vuelta; que ahora sí el futbol va a ser deporte y no negocio.
Y sí, puede que en algunos de los casos sí le atinen, pero no hay que olvidar que en todos ellos son meros espectadores, es decir, consumidores pasivos.
Quienes amaron y odiaron al SupMarcos ahora saben que han odiado y amado a un holograma. Sus amores y odios han sido, pues, inútiles, estériles, vacíos, huecos.
No habrá entonces casa-museo o placas de metal en donde nací y crecí. Ni habrá quien viva de haber sido el subcomandante Marcos. Ni se heredará su nombre ni su cargo. No habrán viajes todo pagado para dar pláticas en el extranjero. No habrá traslado ni atención en hospitales de lujo. No habrán viudas ni hereder@s. No habrán funerales, ni honores, ni estatuas, ni museos, ni premios, ni nada de lo que el sistema hace para promover el culto al individuo y para menospreciar al colectivo.
El personaje fue creado y ahora sus creadores, los zapatistas y las zapatistas, lo destruimos.
Si alguien entiende esta lección que dan nuestras compañeras y compañeros, habrá entendido uno de los fundamentos del zapatismo.
Así que en los últimos años ha pasado lo que ha pasado.
Entonces vimos que la botarga, el personaje, el holograma pues, ya no era necesario.
Una y otra vez planeamos, y una y otra vez esperamos el momento indicado: el calendario y la geografía precisas para mostrar lo que en verdad somos a quienes son en verdad.
Entonces llegó Galeano con su muerte a marcarnos la geografía y el calendario: “aquí, en La Realidad; ahora: en el dolor y la rabia”
V.- El dolor y la Rabia. Susurros y gritos.
Cuando llegamos al caracol aquí en La Realidad, sin que nadie nos lo dijera empezamos a hablar en susurros.
Quedo hablaba nuestro dolor, quedito nuestra rabia.
Como si tratáramos de evitar que al Galeano lo ahuyentaran los ruidos, los sonidos que le eran ajenos.
Como si nuestras voces y pasos lo llamaran.
“Espera compa”, decía nuestro silencio.
“No te vayas”, susurraban las palabras.
Pero hay otros dolores y otras rabias.
Ahora mismo, en otros rincones de México y del mundo, un hombre, una mujer, unoa otroa, un niño, una niña, un anciano, una anciana, una memoria, es golpeada a mansalva, rodeada por el sistema hecho crimen voraz, es garroteada, macheteada, baleada, rematada, arrastrada entre burlas, abandonada, recuperado y velado su cuerpo, enterrada su vida.
Sólo algunos nombres:
Alexis Benhumea, asesinado en el Estado de México.
Francisco Javier Cortés, asesinado en el Estado de México.
Juan Vázquez Guzmán, asesinado en Chiapas.
Juan Carlos Gómez Silvano, asesinado en Chiapas.
El compa Kuy, asesinado en el DF.
Carlo Giuliani, asesinado en Italia.
Aléxis Grigoropoulos, asesinado en Grecia.
Wajih Wajdi al-Ramahi, asesinado en un Campo de refugiados en la ciudad cisjordana de Ramala. 14 años, asesinado de un tiro en la espalda desde un puesto de observación del ejército israelí, no había marchas, ni protestas ni nada en la calle.
Matías Valentín Catrileo Quezada, mapuche asesinado en Chile.
Teodulfo Torres Soriano, compa de la Sexta desaparecido en la Ciudad de México.
Guadalupe Jerónimo y Urbano Macías, comuneros de Cherán, asesinados en Michoacán.
Francisco de Asís Manuel, desaparecido en Santa María Ostula
Javier Martínes Robles, desaparecido en Santa María Ostula
Gerardo Vera Orcino, desaparecido en Santa María Ostula
Enrique Domínguez Macías, desaparecido en Santa María Ostula
Martín Santos Luna, desaparecido en Santa María Ostula
Pedro Leyva Domínguez, asesinado en Santa María Ostula.
Diego Ramírez Domínguez, asesinado en Santa María Ostula.
Trinidad de la Cruz Crisóstomo, asesinado en Santa María Ostula.
Crisóforo Sánchez Reyes, asesinado en Santa María Ostula.
Teódulo Santos Girón, desparecido en Santa María Ostula.
Longino Vicente Morales, desaparecido en Guerrero.
Víctor Ayala Tapia, desaparecido en Guerrero.
Jacinto López Díaz “El Jazi”, asesinado en Puebla.
Bernardo Vázquez Sánchez, asesinado en Oaxaca
Jorge Alexis Herrera, asesinado en Guerrero.
Gabriel Echeverría, asesinado en Guerrero.
Edmundo Reyes Amaya, desaparecido en Oaxaca.
Gabriel Alberto Cruz Sánchez, desaparecido en Oaxaca.
Juan Francisco Sicilia Ortega, asesinado en Morelos.
Ernesto Méndez Salinas, asesinado en Morelos.
Alejandro Chao Barona, asesinado en Morelos.
Sara Robledo, asesinada en Morelos.
Juventina Villa Mojica, asesinada en Guerrero.
Reynaldo Santana Villa, asesinado en Guerrero.
Catarino Torres Pereda, asesinado en Oaxaca.
Bety Cariño, asesinada en Oaxaca.
Jyri Jaakkola, asesinado en Oaxaca.
Sandra Luz Hernández, asesinada en Sinaloa.
Marisela Escobedo Ortíz, asesinada en Chihuahua.
Celedonio Monroy Prudencio, desaparecido en Jalisco.
Nepomuceno Moreno Nuñez, asesinado en Sonora.
Los y las migrantes desparecidas forzosamente y probablemente asesinadas en cualquier rincón del territorio mexicano.
Los presos a quienes se quiere matar en vida: Mumia Abu Jamal, Leonard Peltier, los Mapuche, Mario González, Juan Carlos Flores.
El continuo entierro de voces que vida fueron, silenciadas por el caer de la tierra y el cerrarse de las rejas.
Y la burla mayor es que, en cada paletada de tierra que arroja el esbirro en turno, el sistema va diciendo: “no vales, no importas, nadie te llora, a nadie le da rabia tu muerte, nadie sigue tu paso, nadie levanta tu vida”
Y con la última paletada sentencia: “aunque agarren y castiguen a los que te matamos, siempre encontraré otro, otra, otros, que de nuevo te embosquen y repitan la danza macabra que acabó con tu vida”
Y dice “Tu justicia pequeña, enana, fabricada para que los medios de paga simulen y obtengan un poco de calma para frenar el caos que se les viene encima, no me espanta, no me daña, no me castiga”
¿Qué le decimos a ese cadáver al que, en cualquier rincón del mundo de abajo, se le entierra en el olvido?
¿Que sólo nuestros dolor y rabia cuentan?
¿Que sólo nuestro coraje importa?
¿Que mientras susurramos nuestra historia, no escuchamos su grito, su alarido?
Tiene tantos nombres la injusticia y son tantos los gritos que provoca.
Pero nuestro dolor y nuestra rabia no nos impiden escuchar.
Y nuestros susurros no son sólo para lamentar la caída de nuestros muertos injustamente.
Son para así poder escuchar a otros dolores, hacer nuestras otras rabias y seguir así en el complicado, largo y tortuoso camino de hacer de todo eso un alarido que se transforme en lucha libertadora.
Y no olvidar que, mientras alguien susurra, alguien grita.
Y sólo el oído atento puede escuchar
Mientras hablamos y escuchamos ahora, alguien grita de dolor, de rabia.
Y así como hay que aprender a dirigir la mirada, la escucha debe encontrar el rumbo que la haga fértil.
Porque mientras alguien descansa, hay quien sigue cuesta arriba.
Para mirar ese empeño, basta bajar la mirada y elevar el corazón.
¿Pueden?
¿Podrán?
La justicia pequeña se parece tanto a la venganza. La justicia pequeña es la que reparte impunidad, pues al castigar a uno, absuelve a otros.
La que queremos nosotros, por la que luchamos, no se agota en encontrar a los asesinos del compa Galeano y ver que reciban su castigo (que así será, que nadie se llame a engaño).
La búsqueda paciente y porfiada busca la verdad, no el alivio de la resignación.
La justicia grande tiene qué ver con el compañero Galeano enterrado.
Porque nosotros nos preguntamos no qué hacemos con su muerte, sino qué debemos hacer con su vida.
Disculpen si entro en el pantanoso terreno de los lugares comunes, pero ese compañero no merecía morir, no así.
Todo su empeño, su sacrificio cotidiano, puntual, invisible para quien no fuera nosotros, fue por la vida.
Y sí les puedo decir que fue un ser extraordinario y además, y esto es lo que maravilla, hay miles de compañeras y compañeros como él en las comunidades indígenas zapatistas, con el mismo empeño, idéntico compromiso, igual claridad y un único destino: la libertad.
Y haciendo cuentas macabras: si alguien merece la muerte es quien no existe ni ha existido, como no sea en la fugacidad de los medios de comunicación de paga.
Ya nos ha dicho nuestro compañero jefe y vocero del EZLN, el Subcomandante Insurgente Moisés, que al asesinar a Galeano, o a cualquiera de los zapatistas, los de arriba querían asesinar al EZLN.
No como ejército, sino como rebelde necio que construye y levanta vida donde ellos, los de arriba, desean el páramo de las industrias mineras, petroleras, turísticas, la muerte de la tierra y de quienes la habitan y trabajan.
Y ha dicho que hemos venido, como Comandancia General del Ejército Zapatista de Liberación Nacional, a desenterrar a Galeano.
Pensamos que es necesario que uno de nosotros muera para que Galeano viva.
Y para que esa impertinente que es la muerte quede satisfecha, en su lugar de Galeano ponemos otro nombre para que Galeano viva y la muerte se lleve no una vida, sino un nombre solamente, unas letras vaciadas de todo sentido, sin historia propia, sin vida.
Así que hemos decidido que Marcos deje de existir hoy.
Lo llevarán de la mano sombra el guerrero y lucecita para que no se pierda en el camino, Don Durito se irá con él, lo mismo que el Viejo Antonio.
No lo extrañarán las niñas y niños que antes se juntaban para escuchar sus cuentos, pues ya son grandes, ya tienen juicio, ya luchan como el que más por la libertad, la democracia y la justicia, que son la tarea de cualquier zapatista.
El gato-perro, y no un cisne, entonará ahora el canto de despedida.
Y al final, quienes entiendan, sabrán que no se va quien nunca estuvo, ni muere quien no ha vivido.
Y la muerte se irá engañada por un indígena con el nombre de Galeano en la lucha, y en esas piedras que han colocado en su tumba volverá a andar y a enseñar, a quien se deje, lo básico del zapatismo, es decir, no venderse, no rendirse, no claudicar.
¡Ah la muerte! Como si no fuera evidente que a los de arriba los libera de toda corresponsabilidad, más allá de la oración fúnebre, el homenaje gris, la estatua estéril, el museo controlador.
¿A nosotros? Bueno, pues a nosotros la muerte nos compromete por lo que tiene de vida.
Así que aquí estamos, burlando a la muerte en la realidad.
Compas:
Dicho todo lo anterior, siendo las 0208 del 25 de mayo del 2014 en el frente de combate suroriental del EZLN, declaro que deja de existir el conocido como Subcomandante Insurgente Marcos, el autodenominado “subcomandante de acero inoxidable”.
Eso es.
Por mi voz ya no hablará la voz del Ejército Zapatista de Liberación Nacional.
Vale. Salud y hasta nunca… o hasta siempre, quien entendió sabrá que eso ya no importa, que nunca ha importado.
Desde la realidad zapatista.
Subcomandante Insurgente Marcos.
México, 24 de mayo del 2014.
P.D.1.- ¿“Game is over”?
P.D.2.- ¿Jaque Mate?
P.D.3.- ¿Touché?
P.D. 4.- Ahí se ven, raza, y manden tabaco.
P.D. 5.- Mmh… así que esto es el infierno… ¡Ése Piporro, Pedro, José Alfredo! ¿Cómo? ¿Por machistas? Nah, no lo creo, si yo nunca…
P.D.-6.- O sea que como quien dice, sin la botarga, ¿ya puedo andar desnudo?
P.D. 7.- Oigan, está muy oscuro acá, necesito una lucecita.
(…)
(se escucha una voz en off)
Buenas madrugadas tengan compañeras y compañeros. Mi nombre es Galeano, Subcomandante Insurgente Galeano.
¿Alguien más se llama Galeano?
(se escuchan voces y gritos)
Ah, tras que por eso me dijeron que cuando volviera a nacer, lo haría en colectivo.
Sea pues.
Buen viaje. Cuídense, cuídenos.
Desde las montañas del Sureste Mexicano.
Subcomandante Insurgente Galeano.
México, mayo del 2014.

BETWEEN LIGHT AND SHADOW
In La Realidad [Reality], Planet Earth
May 2014
Compañera, compañeroa, compañero:
Good evening, afternoon, or morning, whichever it may be in your geography, time, and way of being.
Good very early morning.
I would like to ask the compañeras, compañeros and compañeroas of the Sixth who came from other places, especially the compañeros from the independent media, for your patience, tolerance, and understanding for what I am about to say, because these will be the final words that I speak in public before I cease to exist.
I am speaking to you and to those who listen to and look at us through you.
Perhaps at the start, or as these words unfold, the sensation will grow in your heart that something is out of place, that something doesn’t quite fit, as if you were missing one or various pieces that would help make sense of the puzzle that is about to be revealed to you. As if indeed what is missing is still pending.
Maybe later – days, weeks, months, years or decades later – what we are about to say will be understood.
My compañeras and compañeros at all levels of the EZLN do not worry me, because this is indeed our way here: to walk and to struggle, always knowing that what is missing is yet to come.
What’s more, and without meaning to offend anyone, the intelligence of the Zapatista compas is way above average.
In addition, it pleases and fills us with pride that this collective decision will be made known in front of compañeras, compañeros and compañeroas, both of the EZLN and of the Sixth.
And how wonderful that it will be through the free, alternative, and independent media that this archipelago of pain, rage, and dignified struggle – what we call “the Sixth” – will hear what I am about to say, wherever they may be.
If anyone else is interested in knowing what happened today, they will have to go to the independent media to find out.
So, here we go. Welcome to the Zapatista reality (La Realidad).

I. A difficult decision.
When we erupted and interrupted in 1994 with blood and fire, it was not the beginning of war for us as Zapatistas.
The war from above, with its death and destruction, its dispossession and humiliation, its exploitation and the silence it imposed on the defeated, we had been enduring for centuries.
What began for us in 1994 is one of many moments of war by those below against those above, against their world.
This war of resistance is fought day in and day out in the streets of any corner of the five continents, in their countrysides and in their mountains.
It was and is ours, as it is of many from below, a war for humanity and against neoliberalism.
Against death, we demand life.
Against silence, we demand the word and respect.
Against oblivion, memory.
Against humiliation and contempt, dignity.
Against oppression, rebellion.
Against slavery, freedom.
Against imposition, democracy.
Against crime, justice.
Who with the least bit of humanity in their veins would or could question these demands?
And many listened to us then.
The war we waged gave us the privilege of arriving to attentive and generous ears and hearts in geographies near and far.
Even lacking what was then lacking, and as of yet missing what is yet to come, we managed to attain the other’s gaze, their ear, and their heart.
It was then that we saw the need to respond to a critical question.
“What next?”
In the gloomy calculations on the eve of war there hadn’t been any possibility of posing any question whatsoever. And so this question brought us to others:
Should we prepare those who come after us for the path of death?
Should we develop more and better soldiers?
Invest our efforts in improving our battered war machine?
Simulate dialogues and a disposition toward peace while preparing new attacks?
Kill or die as the only destiny?
Or should we reconstruct the path of life, that which those from above had broken and continue breaking?
The path that belongs not only to indigenous people, but to workers, students, teachers, youth, peasants, along with all of those differences that are celebrated above and persecuted and punished below.
Should we have adorned with our blood the path that others have charted to Power, or should we have turned our heart and gaze toward who we are, toward those who are what we are – that is, the indigenous people, guardians of the earth and of memory?
Nobody listened then, but in the first babblings that were our words we made note that our dilemma was not between negotiating and fighting, but between dying and living.
Whoever noticed then that this early dilemma was not an individual one would have perhaps better understood what has occurred in the Zapatista reality over the last 20 years.
But I was telling you that we came across this question and this dilemma.
And we chose.
And rather than dedicating ourselves to training guerrillas, soldiers, and squadrons, we developed education and health promoters, who went about building the foundations of autonomy that today amaze the world.
Instead of constructing barracks, improving our weapons, and building walls and trenches, we built schools, hospitals and health centers; improving our living conditions.
Instead of fighting for a place in the Parthenon of individualized deaths of those from below, we chose to construct life.
All this in the midst of a war that was no less lethal because it was silent.
Because, compas, it is one thing to yell, “You Are Not Alone,” and another to face an armored column of federal troops with only one’s body, which is what happened in the Highlands Zone of Chiapas. And then if you are lucky someone finds out about it, and with a little more luck the person who finds out is outraged, and then with another bit of luck the outraged person does something about it.
In the meantime, the tanks are held back by Zapatista women, and in the absence of ammunition, insults and stones would force the serpent of steel to retreat.
And in the Northern Zone of Chiapas, to endure the birth and development of the guardias blancas [armed thugs traditionally hired by landowners] who would then be recycled as paramilitaries; and in the Tzotz Choj Zone, the continual aggression of peasant organizations who have no sign of being “independent” even in name; and in the Selva Tzeltal zone, the combination of the paramilitaries and contras [anti-zapatistas].
It is one thing to say, “We Are All Marcos” or “We Are Not All Marcos,” depending on the situation, and quite another to endure persecution with all of the machinery of war: the invasion of communities, the “combing” of the mountains, the use of trained attack dogs, the whirling blades of armed helicopters destroying the crests of the ceiba trees, the “Wanted: Dead or Alive” that was born in the first days of January 1994 and reached its most hysterical level in 1995 and in the remaining years of the administration of that now-employee of a multinational corporation, which this Selva Fronteriza zone suffered as of 1995 and to which must be added the same sequence of aggressions from peasant organizations, the use of paramilitaries, militarization, and harassment.
If there exists a myth today in any of this, it is not the ski mask, but the lie that has been repeated from those days onward, and even taken up by highly educated people, that the war against the Zapatistas lasted only 12 days.
I will not provide a detailed retelling. Someone with a bit of critical spirit and seriousness can reconstruct the history, and add and subtract to reach the bottom line, and then say if there are and ever were more reporters than police and soldiers; if there was more flattery than threats and insults, if the price advertised was to see the ski mask or to capture him “dead or alive.”
Under these conditions, at times with only our own strength and at other times with the generous and unconditional support of good people across the world, we moved forward in the construction – still incomplete, true, but nevertheless defined – of what we are.
So it isn’t just an expression, a fortunate or unfortunate one depending on whether you see from above or from below, to say, “Here we are, the dead of always, dying again, but this time in order to live.” It is reality.
And almost 20 years later…
On December 21, 2012, when the political and the esoteric coincided, as they have at other times in preaching catastrophes that are meant, as they always are, for those from below, we repeated the sleight of hand of January of ’94 and, without firing a single shot, without arms, with only our silence, we once again humbled the arrogant pride of the cities that are the cradle and hotbed of racism and contempt.
If on January 1, 1994, it was thousands of faceless men and women who attacked and defeated the garrisons that protected the cities, on December 21, 2012, it was tens of thousands who took, without words, those buildings where they celebrated our disappearance.
The mere indisputable fact that the EZLN had not only not been weakened, much less disappeared, but rather had grown quantitatively and qualitatively would have been enough for any moderately intelligent mind to understand that, in these 20 years, something had changed within the EZLN and the communities.
Perhaps more than a few people think that we made the wrong choice; that an army cannot and should not endeavor toward peace.
We made that choice for many reasons, it’s true, but the primary one was and is because this is the way that we [as an army] could ultimately disappear.
Maybe it’s true. Maybe we were wrong in choosing to cultivate life instead of worshipping death.
But we made the choice without listening to those on the outside. Without listening to those who always demand and insist on a fight to the death, as long as others will be the ones to do the dying.
We made the choice while looking and listening inward, as the collective Votán that we are.
We chose rebellion, that is to say, life.
That is not to say that we didn’t know that the war from above would try and would keep trying to re-assert its domination over us.
We knew and we know that we would have to repeatedly defend what we are and how we are.
We knew and we know that there will continue to be death in order for there to be life.
We knew and we know that in order to live, we die.

II. A failure?
They say out there that we haven’t achieved anything for ourselves.
It never ceases to surprise us that they hold on to this position with such self-assurance.
They think that the sons and daughters of the comandantes and comandantas should be enjoying trips abroad, studying in private schools, and achieving high posts in business or political realms. That instead of working the land and producing their food with sweat and determination, they should shine in social networks, amuse themselves in clubs, show off in luxury.
Maybe the subcomandantes should procreate and pass their jobs, perks, and stages onto their children, as politicians from across the spectrum do.
Maybe we should, like the leaders of the CIOAC-H and other peasant organizations do, receive privileges and payment in the form of projects and monetary resources, keeping the largest part for ourselves while leaving the bases [of support] with only a few crumbs, in exchange for following the criminal orders that come from above.
Well it’s true, we haven’t achieved any of this for ourselves.
While difficult to believe, 20 years after that “Nothing For Ourselves,” it didn’t turn out to be a slogan, a good phrase for posters and songs, but rather a reality, the reality.
If being accountable is what marks failure, then unaccountability is the path to success, the road to Power.
But that’s not where we want to go.
It doesn’t interest us.
Within these parameters, we prefer to fail than to succeed.

III. The handoff, or change.
In these 20 years, there has been a multiple and complex handoff, or change, within the EZLN.
Some have only noticed the obvious: the generational.
Today, those who were small or had not even been born at the beginning of the uprising are the ones carrying the struggle forward and directing the resistance.
But some of the experts have not considered other changes:
That of class: from the enlightened middle class to the indigenous peasant.
That of race: from mestizo leadership to a purely indigenous leadership.
And the most important: the change in thinking: from revolutionary vanguardism to “rule by obeying;” from taking Power Above to the creation of power below; from professional politics to everyday politics; from the leaders to the people; from the marginalization of gender to the direct participation of women; from the mocking of the other to the celebration of difference.
I won’t expand more on this because the course “Freedom According to the Zapatistas” was precisely the opportunity to confirm whether in organized territory, the celebrity figure is valued over the community.
Personally, I don’t understand why thinking people who affirm that history is made by the people get so frightened in the face of an existing government of the people where “specialists” are nowhere to be seen.
Why does it terrify them so that the people command, that they are the ones who determine their own steps?
Why do they shake their heads with disapproval in the face of “rule by obeying?”
The cult of individualism finds in the cult of vanguardism its most fanatical extreme.
And it is this precisely – that the indigenous rule, and now with an indigenous person as the spokesperson and chief – that terrifies them, repels them, and finally sends them looking for someone requiring vanguards, bosses, and leaders. Because there is also racism on the left, above all among that left which claims to be revolutionary.
The ezetaelene is not of this kind. That’s why not just anybody can be a Zapatista.

IV. A changing and moldable hologram. That which will not be.
Before the dawn of 1994, I spent 10 years in these mountains. I met and personally interacted with some whose death we all died in part. Since then, I know and interact with others that are today here with us.
In many of the smallest hours of the morning I found myself trying to digest the stories that they told me, the worlds that they sketched with their silences, hands, and gazes, their insistence in pointing to something else, something further.
Was it a dream, that world so other, so distant, so foreign?
Sometimes I thought that they had gone ahead of us all, that the words that guided and guide us came from times that didn’t have a calendar, that were lost in imprecise geographies: always with the dignified south omnipresent in all the cardinal points.
Later I learned that they weren’t telling me about an inexact, and therefore, improbable world.
That world was already unfolding.
And you? Did you not see it? Do you not see it?
We have not deceived anyone from below. We have not hidden the fact that we are an army, with its pyramidal structure, its central command, it decisions hailing from above to below. We didn’t deny what we are in order to ingratiate ourselves with the libertarians or to move with the trends.
But anyone can see now whether ours is an army that supplants or imposes.
And I should say that I have already asked compañero Subcomandante Insurgente Moisés’ permission to say this:
Nothing that we’ve done, for better or for worse, would have been possible without an armed military, the Zapatista Army for National Liberation; without it we would not have risen up against the bad government exercising the right to legitimate violence. The violence of below in the face of the violence of above.
We are warriors and as such we know our role and our moment.
In the earliest hours of the morning on the first day of the first month of the year 1994, an army of giants, that is to say, of indigenous rebels, descended on the cities to shake the world with its step.
Only a few days later, with the blood of our fallen soldiers still fresh on the city streets, we noticed that those from outside did not see us.
Accustomed to looking down on the indigenous from above, they didn’t lift their gaze to look at us.
Accustomed to seeing us humiliated, their heart did not understand our dignified rebellion.
Their gaze had stopped on the only mestizo they saw with a ski mask, that is, they didn’t see.
Our authorities, our commanders, then said to us:
“They can only see those who are as small as they are. Let’s make someone as small as they are, so that they can see him and through him, they can see us.”
And so began a complex maneuver of distraction, a terrible and marvelous magic trick, a malicious move from the indigenous heart that we are, with indigenous wisdom challenging one of the bastions of modernity: the media.
And so began the construction of the character named “Marcos.”
I ask that you follow me in this reasoning:
Suppose that there is another way to neutralize a criminal. For example, creating their murder weapon, making them think that it is effective, enjoining them to build, on the basis of this effectiveness, their entire plan, so that in the moment that they prepare to shoot, the “weapon” goes back to being what it always was: an illusion.
The entire system, but above all its media, plays the game of creating celebrities who it later destroys if they don’t yield to its designs.
Its power resided (now no longer, as it has been displaced by social media) in deciding what and who existed in the moment when they decided what to name and what to silence.
But really, don’t pay much attention to me; as has been evident over these 20 years, I don’t know anything about the mass media.
The truth is that this SupMarcos went from being a spokesperson to being a distraction.
If the path to war, that is to say, the path to death, had taken us 10 years, the path to life required more time and more effort, not to mention more blood.
Because, though you may not believe it, it is easier to die than it is to live.
We needed time to be and to find those who would know how to see us as we are.
We needed time to find those who would see us, not from above or below, but face to face, who would see us with the gaze of a compañero.
So then, as I mentioned, the work of constructing this character began.
One day Marcos’ eyes were blue, another day they were green, or brown, or hazel, or black – all depending on who did the interview and took the picture. He was the back-up player of professional soccer teams, an employee in department stores, a chauffeur, philosopher, filmmaker, and the etcéteras that can be found in the paid media of those calendars and in various geographies. There was a Marcos for every occasion, that is to say, for every interview. And it wasn’t easy, believe me, there was no Wikipedia, and if someone came over from Spain we had to investigate if the corte inglés was a typical English-cut suit, a grocery store, or a department store.
If I had to define Marcos the character, I would say without a doubt that he was a colorful ruse.
We could say, so that you understand me, that Marcos was Non-Free Media (note: this is not the same as being paid media).
In constructing and maintaining this character, we made a few mistakes.
“To err is human,”[1] as they say.
During the first year we exhausted, as they say, the repertoire of all possible “Marcoses.” And so by the beginning of 1995, we were in a tight spot and the communities’ work was only in its initial steps.
And so in 1995 we didn’t know what to do. But that was when Zedillo, with the PAN at his side, “discovered” Marcos using the same scientific method used for finding remains, that is to say, by way of an esoteric snitching.
The story of the guy from Tampico gave us some breathing room, even though the subsequent fraud committed by Paca de Lozano made us worry that the paid press would also question the “unmasking” of Marcos and then discover that it was just another fraud. Fortunately, it didn’t happen like that. And like this one, the media continued swallowing similar pieces from the rumor mill.
Sometime later, that guy from Tampico showed up here in these lands. Together with Subcomandante Insurgente Moisés, we spoke to him. We offered to do a joint press conference so that he could free himself from persecution, since it would then be obvious that he and Marcos weren’t the same person. He didn’t want to. He came to live here. He left a few times and his face can be seen in the photographs of the funeral wakes of his parents. You can interview him if you want. Now he lives in a community, in…
[There is a pause here as the speaker leans over to ask Subcomandante Insurgente Moisés if it would be okay to mention where, to which the response is a firm “No.”]
Ah, he doesn’t want you to know exactly where this man lives. We won’t say any more so that if he wants to someday, he can tell the story of what he has lived since February 9, 1995. On our behalf, we just want to thank him for the information that he has given us which we use from time to time to feed the “certitude” that SupMarcos is not what he really is, that is to say, a ruse or a hologram, but rather a university professor from that now painful Tamaulipas.
In the meantime, we continued looking, looking for you, those of you who are here now and those who are not here but are with us.
We launched various initiatives in order to encounter the other, the other compañero, theother compañera. We tried different initiatives to encounter the gaze and the ear that we need and that we deserve.
In the meantime, our communities continued to move forward, as did the change or hand-off of responsibilities that has been much or little discussed, but which can be confirmed directly, without intermediaries.
In our search of that something else, we failed time and again.
Those who we encountered either wanted to lead us or wanted us to lead them.
There were those who got close to us out of an eagerness to use us, or to gaze backward, be it with anthropological or militant nostalgia.
And so for some we were communists, for others trotskyists, for others anarchists, for others millenarianists, and I’ll leave it there so you can add a few more “ists” from your own experience.
That was how it was until the Sixth Declaration of the Lacandón Jungle, the most daring and most Zapatista of all of the initiatives that we have launched up until now.
With the Sixth, we have at last encountered those who can see us face to face and greet us and embrace us, and this is how greetings and embraces are done.
With the Sixth, at last, we found you.
At last, someone who understood that we were not looking for shepherds to guide us, nor flocks to lead to the promised land. Neither masters nor slaves. Neither leaders nor leaderless masses.
But we still didn’t know if you would be able to see and hear what we are and what we are becoming.
Internally, the advance of our peoples has been impressive.
And so the course, “Freedom According to the Zapatistas” came about.
Over the three rounds of the course, we realized that there was already a generation that could look at us face to face, that could listen to us and talk to us without seeking a guide or a leader, without intending to be submissive or become followers.
Marcos, the character, was no longer necessary.
The new phase of the Zapatista struggle was ready.
So then what happened happened, and many of you, compañeros and compañeras of the Sixth, know this firsthand.
They may later say that this thing with the character [of Marcos] was pointless. But an honest look back at those days will show how many people turned to look at us, with pleasure or displeasure, because of the disguises of a colorful ruse.
So you see, the change or handoff of responsibilities is not because of illness or death, nor because of an internal dispute, ouster, or purging.
It comes about logically in accordance with the internal changes that the EZLN has had and is having.
I know this doesn’t square with the very square perspectives of those in the various “aboves,” but that really doesn’t worry us.
And if this ruins the rather poor and lazy explanations of the rumorologoists and zapatologists of Jovel [San Cristobal de las Casas, Chiapas], then oh well.
I am not nor have I been sick, and I am not nor have I been dead.
Or rather, despite the fact that I have been killed so many times, that I have died so many times, here I am again.
And if we ourselves encouraged these rumors, it was because it suited us to do so.
The last great trick of the hologram was to simulate terminal illness, including of the deaths supposedly suffered.
Indeed, the comment “if his health permits” made by Subcomandante Insurgente Moisés in the communiqué announcing the events with the CNI [National Indigenous Congress], was the equivalent of the “if the people ask for me,” or “if the polls favor me,” or “if it is god’s will,” and other clichés that have been the crutch of the political class in recent times.
If you will allow me one piece of advice: you should cultivate a bit of a sense of humor, not only for your own mental and physical health, but because without a sense of humor you’re not going to understand Zapatistmo. And those who don’t understand, judge; and those who judge, condemn.
In reality, this has been the simplest part of the character. In order to feed the rumor mill it was only necessary to tell a few particular people: “I’m going to tell you a secret but promise me you won’t tell anyone.”
And of course they told.
The first involuntary collaborators in the rumor about sickness and death have been the “experts in zapatology” in arrogant Jovel and chaotic Mexico City who presume their closeness to and deep knowledge of Zapatismo. In addition to, of course, the police that earn their salaries as journalists, the journalists that earn their salaries as police, and the journalists who only earn salaries, bad ones, as journalists.
Thank you to all of them. Thank you for your discretion. You did exactly what we thought you would do. The only downside of all this is that I doubt anyone will ever tell any of you a secret again.
It is our conviction and our practice that in order to rebel and to struggle, neither leaders nor bosses nor messiahs nor saviors are necessary. To struggle, one only needs a sense of shame, a bit of dignity, and a lot of organization.
As for the rest, it either serves the collective or it doesn’t.
What this cult of the individual has provoked in the political experts and analysts “above” has been particularly comical. Yesterday they said that the future of the Mexican people depended on the alliance of two people. The day before yesterday they said that Peña Nieto had become independent of Salinas de Gortari, without realizing that, in this schema, if one criticized Peña Nieto, they were effectively putting themselves on Salinas de Gortari’s side, and if one criticized Salinas de Gortari, they were supporting Peña Nieto. Now they say that one has to take sides in the struggle going on “above” over control of telecommunications; in effect, either you’re with Slim or you’re with Azcárraga-Salinas. And even further above, you’re either with Obama or you’re with Putin.
Those who look toward and long to be “above” can continue to seek their leader; they can continue to think that now, for real, the electoral results will be honored; that now, for real, Slim will support the electoral left; that now, for real, the dragons and the battles will appear in Game of Thrones; that now, for real, Kirkman will be true to the original comic in the television series The Walking Dead; that now, for real, tools made in China aren’t going to break on their first use; that now, for real, soccer is going to be a sport and not a business.
And yes, perhaps in some of these cases they will be right. But one can’t forget that in all of these cases they are mere spectators, that is, passive consumers.
Those who loved and hated SupMarcos now know that they have loved and hated a hologram. Their love and hate have been useless, sterile, hollow, empty.
There will not be, then, museums or metal plaques where I was born and raised. There will not be someone who lives off of having been subcomandante Marcos. No one will inherit his name or his job. There will not be all-paid trips abroad to give lectures. There will not be transport to or care in fancy hospitals. There will not be widows or heirs. There will not be funerals, honors, statues, museums, prizes, or anything else that the system does to promote the cult of the individual and devalue the collective.
This figure was created and now its creators, the Zapatistas, are destroying it.
If anyone understands this lesson from our compañeros and compañeras, they will have understood one of the foundations of zapatismo.
So, in the last few years, what has happened has happened.
And we saw that now, the outfit, the character, the hologram, was no longer necessary.
Time and time again we planned this, and time and time again we waited for the right moment – the right calendar and geography to show what we really are to those who truly are.
And then Galeano arrived with his death to mark our calendar and geography: “here, in La Realidad; now; in the pain and rage.”

V. Pain and Rage. Signs and Screams.
When we got here to the caracol of La Realidad, without anyone telling us to, we began to speak in whispers.
Our pain spoke quietly, our rage in whispers.
It was as if we were trying to avoid scaring Galeano away with these unfamiliar sounds.
As if our voices and step called to him.
“Wait, compa,” our silence said.
“Don’t go,” our words murmured.
But there are other pains and other rages.
At this very minute, in other corners of Mexico and the world, a man, a woman, an other, a little girl, a little boy, an elderly man, an elderly woman, a memory, is beaten cruelly and with impunity, surrounded by the voracious crime that is the system, clubbed, cut, shot, finished off, dragged away among jeers, abandoned, their body then collected and mourned, their life buried.
Just a few names:
Alexis Benhumea, murdered in the State of Mexico.
Francisco Javier Cortés, murdered in the State of Mexico.
Juan Vázquez Guzmán, murdered in Chiapas.
Juan Carlos Gómez Silvano, murdered in Chiapas.
El compa Kuy, murdered in Mexico City.
Carlo Giuliani, murdered in Italy.
Aléxis Grigoropoulos, murdered in Greece.
Wajih Wajdi al-Ramahi, murdered in a Refugee Camp in the West Bank city of Ramallah. At 14 years old, he was shot in the back from an Israeli observation post. There were no marches, protests, or anything else in the streets.
Matías Valentín Catrileo Quezada, mapuche murdered in Chile.
Teodulfo Torres Soriano, compa of the Sixth, disappeared in Mexico City.
Guadalupe Jerónimo and Urbano Macías, comuneros from Cherán, murdered in Michoacan.
Francisco de Asís Manuel, disappeared in Santa María Ostula.
Javier Martínes Robles, disappeared in Santa María Ostula.
Gerardo Vera Orcino, disappeared in Santa María Ostula.
Enrique Domínguez Macías, disappeared in Santa María Ostula.
Martín Santos Luna, disappeared in Santa María Ostula.
Pedro Leyva Domínguez, murdered in Santa María Ostula.
Diego Ramírez Domínguez, murdered in Santa María Ostula.
Trinidad de la Cruz Crisóstomo, murdered in Santa María Ostula.
Crisóforo Sánchez Reyes, murdered in Santa María Ostula.
Teódulo Santos Girón, disappeared in Santa María Ostula.
Longino Vicente Morales, disappeared in Guerrero.
Víctor Ayala Tapia, disappeared in Guerrero.
Jacinto López Díaz “El Jazi”, murdered in Puebla.
Bernardo Vázquez Sánchez, murdered in Oaxaca.
Jorge Alexis Herrera, murdered in Guerrero.
Gabriel Echeverría, murdered in Guerrero.
Edmundo Reyes Amaya, disappeared in Oaxaca.
Gabriel Alberto Cruz Sánchez, disappeared in Oaxaca.
Juan Francisco Sicilia Ortega, murdered in Morelos.
Ernesto Méndez Salinas, murdered in Morelos.
Alejandro Chao Barona, murdered in Morelos.
Sara Robledo, murdered in Morelos.
Juventina Villa Mojica, murdered in Guerrero.
Reynaldo Santana Villa, murdered in Guerrero.
Catarino Torres Pereda, murdered in Oaxaca.
Bety Cariño, murdered in Oaxaca.
Jyri Jaakkola, murdered in Oaxaca.
Sandra Luz Hernández, murdered in Sinaloa.
Marisela Escobedo Ortíz, murdered in Chihuahua.
Celedonio Monroy Prudencio, disappeared in Jalisco.
Nepomuceno Moreno Nuñez, murdered in Sonora.
The migrants, men and women, forcefully disappeared and probably murdered in every corner of Mexican territory.
The prisoners that they want to kill through “life”: Mumia Abu Jamal, Leonard Peltier, the Mapuche, Mario González, Juan Carlos Flores.
The continuous burial of voices that were lives, silenced by the sound of the earth thrown over them or the bars closing around them.
And the greatest mockery of all is that with every shovelful of dirt thrown by the thug currently on shift, the system is saying: “You don’t count, you are not worth anything, no one will cry for you, no one will be enraged by your death, no one will follow your step, no one will hold up your life.”
And with the last shovelfull it gives its sentence: “even if they catch and punish those who killed you, we will always find another, an other, to ambush and on whom to repeat the macabre dance that ended your life.”
It says, “The small, stunted justice you will be given, manufactured by the paid media to simulate and obtain a bit of calm in order to stop the chaos coming at them, does not scare me, harm me, or punish me.”
What do we say to this cadaver who, in whatever corner of the world below, is buried in oblivion?
That only our pain and rage count?
That only our outrage means anything?
That as we murmur our history, we don’t hear their cry, their scream?
Injustice has so many names, and provokes so many screams.
But our pain and our rage do not keep us from hearing them.
And our murmurs are not only to lament the unjust fall of our own dead.
They allow us to hear other pains, to make other rages ours, and to continue in the long, complicated, tortuous path of making all of this into a battle cry that is transformed into a freedom struggle.
And to not forget that while someone murmurs, someone else screams.
And only the attentive ear can hear it.
While we are talking and listening right now, someone screams in pain, in rage.
And so it is as if one must learn to direct their gaze; what one hears must find a fertile path.
Because while someone rests, someone else continues the uphill climb.
In order to see this effort, it is enough to lower one’s gaze and lift one’s heart.
Can you?
Will you be able to?
Small justice looks so much like revenge. Small justice is what distributes impunity; as it punishes one, it absolves others.
What we want, what we fight for, does not end with finding Galeano’s murderers and seeing that they receive their punishment (make no mistake this is what will happen).
The patient and obstinate search seeks truth, not the relief of resignation.
True justice has to do with the buried compañero Galeano.
Because we ask ourselves not what do we do with his death, but what do we do with his life.
Forgive me if I enter into the swampy terrain of commonplace sayings, but this compañero did not deserve to die, not like this.
His tenacity, his daily punctual sacrifice, invisible for anyone other than us, was for life.
And I can assure you that he was an extraordinary being and that, what’s more – and this is what amazes – there are thousands of compañeros and compañeras like him in the indigenous Zapatista communities, with the same determination, the same commitment, the same clarity, and one single destination: freedom.
And, doing macabre calculations: if someone deserves death, it is he who does not exist and has never existed, except in the fleeting interest of the paid media.
As our compañero, chief and spokesperson of the EZLN, Subcomandante Insurgente Moisés has already told us, in killing Galeano, or any Zapatista, those above are trying to kill the EZLN.
Not the EZLN as an army, but as the rebellious and stubborn force that builds and raises life where those above desire the wasteland brought by the mining, oil, and tourist industries, the death of the earth and those who work and inhabit it.
He has also said that we have come, as the General Command of the Zaptaista Army for National Liberation, to exhume Galeano.
We think that it is necessary for one of us to die so that Galeano lives.
To satisfy the impertinence that is death, in place of Galeano we put another name, so that Galeano lives and death takes not a life but just a name – a few letters empty of any meaning, without their own history or life.
That is why we have decided that Marcos today ceases to exist.
He will go hand in hand with Shadow the Warrior and the Little Light so that he doesn’t get lost on the way. Don Durito will go with him, Old Antonio also.
The little girls and boys who used to crowd around to hear his stories will not miss him; they are grown up now, they have their own capacity for discernment; they now struggle like him for freedom, democracy, and justice, which is the task of every Zapatista.
It is the cat-dog, and not a swan, who will sing his farewell song.
And in the end, those who have understood will know that he who never was here does not leave; that he who never lived does not die.
And death will go away, fooled by an indigenous man whose nom de guerre was Galeano, and those rocks that have been placed on his tomb will once again walk and teach whoever will listen the most basic tenet of Zapatismo: that is, don’t sell out, don’t give in, don’t give up.
Oh death! As if it wasn’t obvious that it frees those above of any responsibility beyond the funeral prayer, the bland homage, the sterile statue, the controlling museum.
And for us? Well, for us death commits us to the life it contains.
So here we are, mocking death in reality [La Realidad].
Compas:
Given the above, at 2:08am on May 25, 2014, from the southeast combat front of the EZLN, I here declare that he who is known as Subcomandante Insurgente Marcos, self-proclaimed “subcomandante of unrustable steel,” ceases to exist.
That is how it is.
Through my voice the Zapatista Army for National Liberation no longer speaks.
Vale. Health and until never or until forever; those who have understood will know that this doesn’t matter anymore, that it never has.
From the Zapatista reality,
Subcomandante Insurgente Marcos. Mexico, May 24, 2014.
P.S. 1. Game over?
P.S. 2. Check mate?
P.S. 3. Touché?
P.S. 4. Go make sense of it, raza, and send tobacco.
P.S. 5. Hmm… so this is hell… It’s Piporro, Pedro, José Alfredo! What? For being machista? Nah, I don’t think so, since I’ve never…
P.S. 6. Great, now that the colorful ruse has ended, I can walk around here naked, right?
P.S.7. Hey, it’s really dark here, I need a little light.
(…)
[He lights his pipe and exits stage left. Subcomandante Insurgente Moisés announces that “another compañero is going to say a few words.”]
(a voice is heard offstage)
Good early morning compañeras and compañeros. My name is Galeano, Subcomandante Insurgente Galeano.
Anyone else here named Galeano?
[the crowd cries, “We are all Galeano!”]
Ah, that’s why they told me that when I was reborn, it would be as a collective.
And so it should be.
Have a good journey. Take care of yourselves, take care of us.
From the mountains of the Mexican Southeast,
Subcomandante Insurgente Galeano
Mexico, May of 2014.

TRA LUCE ED OMBRA
La Realidad, Pianeta Terra
Maggio 2014
Compagna, compañeroa, compagno:
Buona notte, sera, giorno, qualunque sia la vostra geografia, tempo e modo.
Buone albe.
Chiedo in particolare alle compagne, compagni e compañeroas della Sexta che vengono da altre parti, ai media liberi compagni, di avere pazienza, tolleranza e comprensione per quello che dirò, perché queste saranno le mie ultime parole in pubblico prima di smettere di esistere.
Mi rivolgo a voi e a coloro che attraverso di voi ci ascoltano e ci guardano.
Forse all’inizio, o durante questo discorso, potrebbe nascere nel vostro cuore la sensazione che qualcosa sia fuori luogo, che qualcosa non quadri, come se mancassero dei tasselli per dare un senso al rompicapo che vi si sta delineando. Come se mancasse qualcosa.
Forse dopo, giorni, settimane, mesi, anni, decenni si capirà quello che diciamo ora.
Le mie compagne e compagni dell’EZLN a tutti i livelli non mi preoccupano, perché questo è il nostro modo: camminare, lottare, sapendo che manca sempre ancora qualcosa.
Inoltre, nessuno si offenda, ma l’intelligenza delle/dei compas zapatisti è molto al di sopra della media.
Per il resto, ci inorgoglisce che sia davanti a compagne, compagni e compañeroas, sia dell’EZLN che della Sexta che si comunica pubblicamente questa decisione collettiva.
Ed è bello che sarà attraverso i media liberi, alternativi, indipendenti di questo arcipelago di dolori, rabbie e degna lotta che chiamiamo “la Sexta“, che verrete a conoscenza di quello che dirò dovunque vi troviate.
Se a qualcun altro interesserà sapere che cosa è successo in questo giorno dovrà rivolgersi ai media liberi per saperlo.
Bene dunque. Benvenute e benvenuti nella realtà zapatista.
I.- Una decisione difficile.
Quando nel 1994 con sangue e fuoco irrompemmo ed interrompemmo, per noi zapatisti non iniziava la guerra.
La guerra dell’alto, con la morte e la distruzione, la spoliazione e l’umiliazione, lo sfruttamento ed il silenzio imposti al vinto, la stavamo già subendo da secoli.
Quello che per noi inizia nel 1994 è uno dei molti momenti della guerra di quelli che stanno in basso contro quelli che stanno sopra, contro il loro mondo.
Quella guerra di resistenza che si svolge giorno per giorno per le strade di ogni angolo dei cinque continenti, nelle campagne e sulle montagne.
La nostra, come quella di molti e molte del basso, era ed è una guerra per l’umanità e contro il neoliberismo.
Contro la morte, noi chiedevamo vita.
Contro il silenzio, esigevamo la parola ed il rispetto.
Contro l’oblio, la memoria.
Contro l’umiliazione e il disprezzo, la dignità.
Contro l’oppressione, la ribellione.
Contro lo schiavitù, la libertà.
Contro l’imposizione, la democrazia.
Contro il crimine, la giustizia.
Chi con un po’ di umanità nelle vene potrebbe o può contestare queste richieste?
Ed in quei momenti molti ascoltarono.
La guerra che iniziammo ci diede il privilegio di raggiungere ascolti e cuori attenti e generosi in geografie vicine e lontane.
Mancava certo qualcosa, e manca ancora, ma allora ottenemmo lo sguardo dell’altro, il suo ascolto, il suo cuore.
Allora ci vedemmo nella necessità di rispondere ad una domanda decisiva:
“Che cosa fare?”
I tetri conti della vigilia non includevano la possibilità di porci domande. Cosicché questa domanda ne portò altre:
Preparare quelli che seguiranno il cammino della morte?
Formare altri e migliori soldati?
Investire impegno nel migliorare la nostra malconcia macchina da guerra?
Fingere dialoghi e predisposizione alla pace, ma continuare a preparare nuovi colpi?
Ammazzare o morire come unico destino?
O dovevamo ricostruire il cammino verso la vita, quello che avevano rotto e rompono dall’alto?
La strada non solo dei popoli originari, ma anche di lavoratori, studenti, maestri, giovani, contadini, oltre a tutte le differenze che si celebrano in alto, e sotto si perseguono e si puniscono.
Dovevamo segnare col nostro sangue il cammino che altri dirigono verso il Potere, o dovevamo rivolgere il cuore e lo sguardo verso quelli che siamo e quelli che sono quello che siamo, i popoli originari, guardiani della terra e della memoria?
Nessuno allora sentì, ma con le nostre prime incerte parole avvertimmo che il nostro dilemma non era tra negoziare o combattere, bensì tra morire o vivere.
Chi allora avesse inteso che quel precoce dilemma non era individuale, forse avrebbe capito meglio quello che è successo nella realtà zapatista negli ultimi 20 anni.
Ma vi dicevo che ci imbattemmo in quella domanda e quel dilemma.
Ed abbiamo compiuto una scelta.
Invece di formare guerriglieri, soldati e squadroni, abbiamo formato promotori di educazione, di salute, e sono state lanciate le basi dell’autonomia che oggi stupisce il mondo.
Invece di costruire quartieri militari, migliorare il nostro armamento, innalzare muri e trincee, sono state costruite scuole, ospedali e centri di salute, abbiamo migliorato le nostre condizioni di vita.
Invece di lottare per occupare un posto nel Partenone delle morti individualizzate del basso, abbiamo scelto di costruire la vita.
Tutto questo in mezzo ad una guerra che non perché sorda fosse meno letale.
Perché compas, una cosa è gridare “non siete soli”, ed un’altra affrontare solo col proprio corpo una colonna blindata di truppe federali, come successe nella zona degli Altos del Chiapas, e sperare che con un po’ di fortuna qualcuno lo venga a sapere, e sempre con un po’ di fortuna sperare che chi lo viene a sapere si indigni, e che con un altro poco più di fortuna chi si indigna faccia qualcosa.
Nel frattempo, i blindati vengono fermati dalle donne zapatiste, ed in mancanza d’altro è stato con improperi e pietre che il serpente di acciaio dovette tornare indietro.
E nella zona nord del Chiapas subire la nascita e lo sviluppo delle guardias blancas, riciclate allora come paramilitari; e nella zona Tzotz Choj le aggressioni continue di organizzazioni contadine che di “indipendente” a volte non hanno nemmeno il nome; e nella zona della Selva Tzeltal la combinazione di paramilitari e contras.
Ed una cosa è gridare “tutti siamo marcos” o “non tutti siamo marcos”, a seconda del caso o cosa, ed un’altra la persecuzione con tutto il macchinario di guerra, l’invasione dei villaggi, il “rastrellamento” delle montagne, l’uso dei cani addestrati, le pale degli elicotteri blindati che agitano le cime delle ceibe, l’ordine “vivo o morto” lanciato nei primi giorni di gennaio del 1994 e che raggiunse il suo livello più isterico nel 1995 e nel resto del sessennio dell’allora impiegato di una multinazionale, e che questa zona di Selva di Confine ha patito dal 1995 ed al quale si somma poi la stessa sequenza di aggressioni di organizzazioni contadine, l’uso di paramilitari, la militarizzazione, la persecuzione.
Se c’è un mito in tutto questo non è il passamontagna, ma la menzogna che si ripete fin da quei giorni, perfino ripresa da persone molto istruite, e cioè che la guerra contro gli zapatisti è durata solo 12 giorni.
Non farò un resoconto dettagliato. Qualcuno con un po’ di spirito critico e serietà può ricostruire la storia, e sommare e sottrarre per ottenere il risultato, e dire se sono stati e sono più i giornalisti dei poliziotti e soldati; se sono state più le lusinghe delle minacce e gli insulti, se il prezzo offerto era per vedere il passamontagna o per catturarlo “vivo o morto”.
In quelle condizioni, a volte solo con le nostre forze ed altre con l’appoggio generoso ed incondizionato di gente buona di tutto il mondo, si è andati avanti nella costruzione ancora incompiuta, certo, ma già definita di quello che siamo.
Non è dunque solo una frase, fortunata o sfortunata, a seconda se la si guardi dall’alto o dal basso, questa “siamo qui i morti di sempre, che muoiono di nuovo, ma ora per vivere“. È la realtà.
E quasi 20 anni dopo…
Il 21 dicembre del 2012, quando politica ed esoterismo coincidevano come altre volte nel predire catastrofi che cadono sempre sui soliti, quelli in basso, abbiamo replicato il colpo di mano del 1° gennaio ’94 e, senza sparare un solo colpo, senza armi, col nostro solo silenzio, abbiamo di nuovo rovesciato la superbia della città culla e nido del razzismo e del disprezzo.
Se il primo gennaio 1994 migliaia di uomini e donne senza volto attaccarono e presero le guarnigioni che proteggevano le città, il 21 dicembre 2012 sono state decine di migliaia di persone a prendere senza parole gli edifici da dove si celebrava la nostra scomparsa.
Il solo fatto inappellabile che l’EZLN non solo non si era indebolito, e tanto meno era scomparso, ma che era cresciuto quantitativa e qualitativamente, sarebbe stato sufficiente a qualsiasi mente mediamente intelligente per rendersi conto che, in questi 20 anni, qualcosa era cambiato all’interno dell’EZLN e delle comunità.
Forse più di qualcuno penserà che sbagliammo nella scelta, che un esercito non può né deve impegnarsi per la pace.
Per molte ragioni, certo, ma la principale era ed è perché con una scelta diversa avremmo finito per sparire.
Forse è vero. Forse abbiamo sbagliato a scegliere di coltivare la vita invece di adorare alla morte.
Ma noi abbiamo scelto senza ascoltare quelli di fuori. Non ascoltando quelli che chiedono ed esigono sempre la lotta fino alla morte, quando i morti però li mettono gli altri.
Abbiamo scelto guardandoci ed ascoltandoci, come il Votán collettivo che siamo.
Abbiamo scelto la ribellione, cioè, la vita.
Questo non vuol dire che non sapessimo che la guerra dell’alto avrebbe cercato e cerca di imporre di nuovo il suo dominio su di noi.
Sapevamo e sappiamo che avremmo sempre dovuto difendere ciò che siamo e come siamo.
Sapevamo e sappiamo che continuerà ad esserci la morte affinché ci sia la vita.
Sapevamo e sappiamo che per vivere, moriamo.
II.- Un fallimento?
Da quelle parti dicono che non abbiamo ottenuto niente per noi.
Non smette di sorprendere come si manipoli con tanta impudenza questa posizione.
Pensano che i figli e le figlie dei comandantes e comandantas dovrebbero godere di viaggi all’estero, di studi in scuole private e poi posti di rilievo in aziende o in politica. Che invece di lavorare la terra per strapparle il cibo con sudore e fatica, dovrebbero esibirsi sui social network mentre si divertono nei locali ed esibire il lusso.
Forse i subcomandanti dovrebbero procreare e passare in eredità ai loro discendenti le cariche, le prebende, le scene, come fanno i politici di ogni dove.
Forse dovremmo, come i dirigenti della CIOAC-H e di altre organizzazioni contadine, ricevere privilegi e soldi in progetti ed aiuti, tenercene la maggior parte e lasciare alle basi solo qualche briciola in cambio di eseguire gli ordini criminali che vengono dall’alto.
Ma è vero, non abbiamo ottenuto niente di tutto questo per noi.
Difficile da credere che 20 anni dopo quel “niente per noi“, adesso si scopre che non era uno slogan, una frase buona per cartelloni e canzoni, ma una realtà, la realtà.
Se l’essere conseguenti è un fallimento, dunque l’incoerenza è la strada per il successo, per il Potere.
Ma noi non vogliamo prendere quella strada.
Non ci interessa.
Su queste basi preferiamo fallire che vincere.
III.- L’avvicendamento.
In questi 20 anni nell’EZLN c’è stato un avvicendamento molteplice e complesso.
Alcuni hanno notato solo il fattore evidente: quello generazionale.
Adesso chi era piccolo o non era nemmeno nato all’inizio dell’insurrezione, lotta e guida la resistenza.
Ma alcuni studiosi non hanno notato altri avvicendamenti:
Quello di classe: dall’originale classe media istruita, all’indigeno contadino.
Quello di razza: dalla dirigenza meticcia alla dirigenza nettamente indigena.
Ed il più importante: l’avvicendamento di pensiero: dall’avanguardismo rivoluzionario al comandare ubbidendo; dalla presa del Potere dall’Alto alla creazione del potere dal basso; dalla politica professionale alla politica quotidiana; dai leader, ai popoli; dall’emarginazione di genere, alla partecipazione diretta delle donne; dallo scherno per l’altro, alla celebrazione della differenza.
Non mi dilungherò oltre, perché il corso “La Libertad según l@s zapatistas” è stata proprio l’occasione di constatare se nel territorio organizzato vale più il personale della comunità.
A livello personale non capisco perché gente pensante che afferma che la storia la fanno i popoli, si spaventi tanto di fronte all’esistenza di un governo del popolo dove non ci sono gli “esperti” del governare.
Perché li terrorizza che siano i popoli a comandare, a muovere e dirigere i propri passi?
Perché scuotono il capo con disapprovazione di fronte al comandare ubbidendo?
Il culto della personalità trova nel culto dell’avanguardismo il suo estremo più fanatico.
Ed è esattamente questo, che gli indigeni comandino e che ora un indigeno sia il portavoce e capo, ciò che li atterrisce, li allontana, ed alla fine li spinge via alla ricerca di qualcuno che necessiti di avanguardie, capi e leader. Perché c’è razzismo anche nella sinistra, soprattutto in quella che si crede rivoluzionaria.
L’ezetaellenne non è di quelli. Per questo non tutti possono essere zapatisti.
IV.- Un ologramma cangiante e a modo. Quello che non sarà.
Prima dell’alba del 1994, ho trascorso 10 anni in queste montagne. Ho conosciuto ed avuto a che fare personalmente con alcuni con la cui morte siamo morti in molti. Conosco ed ho a che fare da allora con altri ed altre che oggi sono qui come noi.
Molte albe mi sono trovato io stesso a cercare di assimilare le storie che mi raccontavano, i mondi che disegnavano con silenzi, mani e sguardi, la loro insistenza nell’indicare qualcosa più in là.
Quel mondo così altro, così lontano, così alieno, era un sogno?
A volte pensavo che erano troppo avanti, che le parole che ci guidavano e guidano venivano da tempi per i quali non c’erano ancora calendari adeguati, persi com’erano in geografie imprecise: il sud degno sempre onnipresente in tutti i punti cardinali.
Poi mi sono accorto che non mi parlavano di un mondo inesatto e, pertanto, improbabile.
Quel mondo procedeva già col suo passo.
Voi non l’avete visto? Non lo vedete?
Non abbiamo ingannato nessuno del basso. Non nascondiamo che siamo un esercito, con la sua struttura piramidale, il suo centro di comando, le sue decisioni dall’alto verso il basso. Non neghiamo quello che siamo per ingraziarci i libertari o per moda.
Ma chiunque adesso può vedere se il nostro è un esercito che soppianta o impone.
E devo dire questo, ho già chiesto l’autorizzazione di farlo al compagno Subcomandante Insurgente Moisés:
Niente di quello che abbiamo fatto, nel bene o nel male, sarebbe stato possibile se un esercito armato, quello zapatista di liberazione nazionale, non si fosse sollevato contro il malgoverno esercitando il diritto alla violenza legittima. La violenza del basso di fronte alla violenza dell’alto.
Siamo guerrieri e come tali sappiamo quale è il nostro ruolo ed il nostro momento.
All’alba del giorno primo del primo mese dell’anno 1994, un esercito di giganti, cioè, di indigeni ribelli, scese in città per scuotere il mondo al suo passaggio.
Solo pochi giorni dopo, col sangue dei nostri caduti ancora fresco per le strade cittadine, ci rendemmo conto che quelli di fuori non ci vedevano.
Abituati a guardare gli indigeni dall’alto, non alzavano lo sguardo per vederci.
Abituati a vederci umiliati, il loro cuore non comprendeva la nostra degna ribellione.
Il loro sguardo si era fermato sull’unico meticcio con addosso un passamontagna, ovvero, non guardavano.
Allora i nostri capi e cape dissero:
“Vedono solo quanto sono piccoli, creiamo qualcuno piccolo come loro affinché lo vedano ed attraverso lui vedano noi”.
Iniziò così una complessa manovra di distrazione, un trucco di magia terribile e meraviglioso, un malizioso trucco del nostro cuore indigeno, la saggezza indigena sfidava la modernità in uno dei suoi bastioni: i mezzi di comunicazione.
Incominciò allora la costruzione del personaggio chiamato “Marcos”.
Vi chiedo di seguirmi in questo ragionamento:
Supponiamo che ci sia un altro modo per neutralizzare un criminale. Per esempio, creandogli la propria arma micidiale, facendogli credere che è efficace, e sulla base della sua efficacia fargli costruire un piano, e far sì che nel momento in cui si prepara a sparare, “l’arma” torni ad essere quello che è sempre stata: un’illusione.
L’intero sistema, ma soprattutto i suoi mezzi di comunicazione, giocano a costruire notorietà per poi distruggerle se non si piegano ai loro propositi.
Il loro potere risiedeva (ora non più, per questo sono stati soppiantati dai social network) nel decidere che cosa e chi esisteva nel momento in cui sceglievano cosa dire e cosa tacere.
Infine, ma lasciamo stare, come è stato dimostrato in questi 20 anni, io non so niente di mezzi di comunicazione di massa.
Il fatto è che il SupMarcos è passato dall’essere un portavoce all’essere un elemento di distrazione.
Se la strada della guerra, cioè, della morte, ci ha preso 10 anni; quella della vita ci ha preso più tempo e richiesto più sforzi, per non parlare del sangue.
Perché, anche se non lo credete, è più facile morire che vivere.
Avevamo bisogno di tempo per essere e per trovare chi sapesse vederci per quello che siamo.
Avevamo bisogno di tempo per trovare chi ci guardasse non dall’alto, non dal basso, che ci guardasse di fronte, che ci guardasse con sguardo compagno.
Vi dicevo che incominciò allora la costruzione del personaggio.
Marcos un giorno aveva gli occhi azzurri, un altro li aveva verdi, o marroni, o miele, o neri, a seconda di chi faceva l’intervista o scattasse la foto. Era riserva in qualche squadra di calcio, commesso in qualche negozio, autista, filosofo, cineasta, e gli eccetera che potete trovare sui media prezzolati di quei calendari ed in diverse geografie. C’era un Marcos per ogni occasione, cioè, per ogni intervista. E non è stato facile, credetemi, allora non c’era wikipedia e se venivano dallo Stato Spagnolo doveva sapere se il corte inglés [la più importante catena di grandi magazzini in Spagna – n.d.t.], per esempio, era un taglio d’abito tipico dell’Inghilterra, un negozio di generi alimentari, o un supermercato.
Se posso definire il personaggio Marcos, direi senza indugio che è stata una montatura.
Per intenderci, diciamo che Marcos era un Mezzo non Libero (attenzione: non è la stessa cosa di un media prezzolato).
Nella costruzione e mantenimento del personaggio abbiamo fatto alcuni errori.
“Errare è umano”, si dice.
Durante il primo anno esaurimmo tutto il possibile repertorio dei “Marcos“. Quindi all’inizio del 1995 eravamo in difficoltà ed il processo di autonomia dei popoli muoveva i suoi primi passi.
Dunque nel 1995 non sapevamo più cosa fare. È proprio quando Zedillo, PAN alla mano, “scopre” Marcos con lo stesso metodo scientifico con cui trova gli scheletri, cioè, per delazione esoterica.
La storia del tampiqueño ci diede un po’ di respiro, benché la frode successiva della Paca de Lozano ci fece temere che la stampa prezzolata mettesse in dubbio anche lo “smascheramento” di Marcos e scoprisse che si trattava di un’ulteriore frode. Fortunatamente non fu così. Come con quella, i media continuarono a bersi altre simili fandonie.
Qualche tempo dopo, il tampiqueño venne in queste terre. Insieme al Subcomandante Insurgente Moisés andammo a parlargli. Gli proponemmo di convocare una conferenza stampa congiunta così da potersi liberare dalla persecuzione dato che sarebbe stato evidente che lui e Marcos non erano la stessa persona. Non accettò. Venne a vivere qua. Qualche volta ha viaggiato e la sua faccia appare nelle fotografie delle veglie funebri dei suoi genitori. Se volete potete intervistarlo. Ora vive in una comunità, a…. Ah, non vuole nemmeno che si sappia dove vive. Non diremo nient’altro fino a che non sarà lui, se un giorno lo vorrà, a raccontare la storia che ha vissuto dal 9 febbraio del 1995. Da parte nostra non ci resta che ringraziarlo di averci passato informazioni che ogni tanto abbiamo usato per alimentare la “certezza” che il SupMarcos non è quello che in realtà è, una montatura o un ologramma, ma un professore universitario originario dell’attuale dolente Tamaulipas.
Nel frattempo continuavamo a cercare, a cercarvi, voi che adesso siete qui e chi non è qui ma c’è.
Abbiamo lanciato mille iniziative per incontrare l’altro, l’altra, l’altro compagno. Diverse iniziative per trovare lo sguardo e l’ascolto di cui necessitiamo e che meritiamo.
Nel frattempo, proseguiva il progredire delle nostre comunità e l’avvicendamento di cui si è parlato molto o poco, ma che si può constatare direttamente, senza intermediari.
Nella ricerca dell’altro abbiamo spesso fallito.
Quelli che trovavamo, o ci volevano guidare o volevano che li guidassimo.
C’era chi si avvicinava e lo facevano per usarci, o per guardare indietro, sia con la nostalgia antropologica, sia con la nostalgia militante.
Così per qualcuno eravamo comunisti, per altri trotzkisti, per altri anarchici, per altri maoisti, per altri millenaristi, e tralascio altri “isti” che lascio a voi completare.
Così è stato fino alla Sesta Dichiarazione dalla Selva Lacandona, la più audace e la più zapatista delle iniziative che abbiamo lanciato fino ad ora.
Con la Sexta finalmente abbiamo incontrato chi ci guarda di fronte e ci saluta e abbraccia, ed è così che si saluta e abbraccia.
Con la Sexta finalmente abbiamo incontrato voi.
Finalmente qualcuno che capiva che non cercavamo né pastori che ci guidassero, né greggi da condurre nella terra promessa. Né padroni né schiavi. Né capi né masse senza testa.
Ma mancava di vedere se eravate in grado di guardare ed ascoltare quello che siamo.
All’interno, i progressi delle comunità erano impressionanti.
Poi è arrivato il corso “La Libertad según l@s zapatistas”.
In 3 turni ci siamo accorti che c’era orami una generazione che poteva guardarci negli occhi, che poteva ascoltarci e parlarci senza aspettarsi guide o leadership, né pretendere sottomissione né controllo.
Marcos, il personaggio, non era più necessario.
La nuova tappa della lotta zapatista era pronta.
È successo allora quello che è successo e molte e molti di voi, compagne e compagni della Sexta, lo conoscono in maniera diretta.
Si potrà dire che la faccenda del personaggio fu oziosa. Ma uno sguardo onesto su quei giorni rivelerà quante e quanti ci hanno guardato, con piacere o fastidio, a causa dei travestimenti di una macchietta.
Quindi l’avvicendamento non è per malattia o morte, né per trasferimenti interni, purghe o epurazione.
Segue la logica dei cambiamenti interni all’interno dell’EZLN.
So che questo non quadra con i rigidi schemi dell’alto, ma questa è la pura verità.
E se questo rovina l’indolente e povera elaborazione dei rumorologi e zapatologi di Jovel, pazienza.
Non sono né sono stato mai malato, non sono né sono mai morto.
O sì, benché tante volte mi hanno ucciso, tante volte sono morto, e di nuovo sono qui.
Se abbiamo alimentato queste voci è stato perché così conveniva.
L’ultimo trucco dell’ologramma è stato simulare una malattia terminale, comprese tutte le morti sofferte.
Infatti, il commento “se la salute glielo permette” che il Subcomandante Insurgente Moisés ha usato nel comunicato annunciando l’incontro con il CNI, era l’equivalente di “se il popolo lo chiede” o “se i sondaggi mi favoriscono” o “se dio vorrà” ed altri luoghi comuni che sono stati il ritornello della classe politica negli ultimi tempi.
Se mi permettete un consiglio: dovreste coltivare un po’ di più il senso dell’umorismo, non solo per la salute mentale e fisica, ma anche perché senza senso dell’umorismo non capireste lo zapatismo. E chi non comprende, giudica; e chi giudica, condanna.
In realtà quella è stata la parte più semplice del personaggio. Per alimentare la diceria è stato solo necessario dire alle persone giuste: “ti svelo un segreto ma prometti di non dirlo a nessuno“.
Ovviamente l’hanno detto.
I principali collaboratori involontari delle voci sulla malattia e morte sono stati gli “esperti in zapatologia” che nella superba Jovel e nella caotica Città del Messico vantano la loro vicinanza allo zapatismo e la sua profonda conoscenza, oltre chiaramente ai poliziotti pagati come giornalisti, giornalisti pagati come poliziotti, e giornalist@ solo pagati, e male, come giornalisti.
Grazie a tutte e tutti loro. Grazie per la loro discrezione. Hanno fatto esattamente come supponevamo avrebbero fatto. L’unico lato negativo di tutto questo, è che adesso dubito che qualcuno confidi loro qualche segreto.
È nostra convinzione e nostra pratica che per ribellarsi e lottare non sono necessari né leader né capi né messia né salvatori. Per lottare c’è bisogno solo di un po’ di vergogna, un tanto di dignità e molta organizzazione.
Il resto, o serve per l’insieme collettivo o non serve.
È stato particolarmente comico quanto provocato dal culto della personalità tra i politologi ed analisti dell’alto. Ieri dicevano che il futuro di questo popolo messicano dipendeva dall’alleanza di 2 personalità. L’altro ieri dicevano che Peña Nieto si emancipava da Salinas de Gortari, senza accorgersi che se criticavano Peña Nieto, passavano dalla parte di Salinas de Gortari; e che se criticavano quest’ultimo, appoggiavano Peña Nieto. Ora dicono che bisogna scegliere da che parte stare nella lotta dell’alto per il controllo delle telecomunicazioni, quindi o stai con Slim o stai con Azcárraga-Salinas. E più su, o con Obama o con Putin.
Chi aspira e guarda in alto può continuare a cercare il proprio leader; può continuare a pensare che si rispetteranno i risultati elettorali; che Slim appoggerà la sinistra; che appariranno i draghi e le battaglie di Game of Thrones; che Kirkman sarà fedele al fumetto originale della serie televisiva The Walking Dead; che gli oggetti fatti in Cina non si romperanno al primo utilizzo; che il calcio sarà uno sport e non un affare.
Sì, forse in qualche caso avranno ragione, ma non bisogna dimenticare che in tutti questi casi si tratta di meri spettatori, cioè, consumatori passivi.
Coloro che hanno amato e odiato il SupMarcos ora sanno che hanno odiato ed amato un ologramma. Il loro amore e odio sono stati quindi inutili, sterili, vacui, vuoti.
Non ci saranno dunque case-museo o targhe di metallo con su scritto qui è nato e cresciuto. Né ci sarà chi dirà di essere stato il subcomandante Marcos. Né si erediterà il suo nome o il suo incarico. Non ci saranno viaggi pagati all’estero per tenere conferenze. Non ci saranno trasferimenti né cure in ospedali di lusso. Non ci saranno vedove né eredi. Non ci saranno funerali, né onori, né statue, né musei, né premi, né niente di quello che il sistema fa per promuovere il culto della personalità e per sminuire la collettività.
Il personaggio è stato creato ed ora i suoi creatori, gli zapatisti e le zapatiste, lo distruggono.
Se qualcuno comprende la lezione delle nostre compagne e compagni, avrà compreso uno dei fondamenti dello zapatismo.
Così negli ultimi anni è successo quello che è successo.
Dunque ci siamo resi conto che la montatura, il personaggio, l’ologramma, non era più necessario.
Abbiamo più volte pianificato e poi più volte aspettato il momento adatto: il calendario e la geografia precisi per mostrare quello che in realtà siamo a chi in realtà è.
Poi è arrivato Galeano con la sua morte a marcare la geografia ed il calendario: “qui, a La Realidad; adesso: nel dolore e la rabbia”.
V.- Il Dolore e la Rabbia. Sussurri e grida.
Quando siamo arrivati qui nel caracol della Realidad, senza che nessuno ce lo dicesse abbiamo cominciato a parlare sussurrando.
Il nostro dolore parlava sommessamente, sommessamente la nostra rabbia.
Come se cercassimo di evitare che Galeano fosse disturbato dai rumori, dai suoni a lui estranei.
Come se le nostre voci ed i nostro passi lo chiamassero.
“Aspetta compa”, diceva il nostro silenzio.
“Non andartene”, sussurravano le parole.
Ma ci sono altri dolori ed altre rabbie.
In questo preciso momento, in altri angoli del Messico e del mondo, un uomo, una donna, uno/a altro/a, una bambina, un bambino, un uomo anziano, una donna anziana, una memoria, vengono picchiati crudelmente e impunemente, circondati dal crimine vorace che è il sistema, bastonati, machetati, sparati, finiti, trascinati via fra lo scherno, abbandonati, il loro corpo poi raccolto e pianto, la loro vita sepolta.
Solo qualche nome:
Alexis Benhumea, assassinato nell’Estado de México.
Francisco Javier Cortés, assassinato nell’Estado de México.
Juan Vázquez Guzmán, assassinato in Chiapas.
Juan Carlos Gómez Silvano, assassinato in Chiapas.
El compa Kuy, assassinato nel DF.
Carlo Giuliani, assassinato in Italia.
Aléxis Grigoropoulos, assassinato in Grecia.
Wajih Wajdi al-Ramahi, assassinato in un Campo profughi nella città della Cisgiordania di Ramalla. 14 anni, assassinato con un colpo a schiena sparato da un posto di osservazione dell’esercito israeliano, non c’erano marce, né proteste, non c’era nulla in strada.
Matías Valentín Catrileo Quezada, mapuche assassinato in Chile.
Teodulfo Torres Soriano, compa della Sexta desaparecido a Città del Messico.
Guadalupe Jerónimo e Urbano Macías, comuneros di Cherán, assassinato in Michoacán.
Francisco de Asís Manuel, desaparecido a Santa María Ostula
Javier Martínes Robles, desaparecido a Santa María Ostula
Gerardo Vera Orcino, desaparecido a Santa María Ostula
Enrique Domínguez Macías, desaparecido a Santa María Ostula
Martín Santos Luna, desaparecido a Santa María Ostula
Pedro Leyva Domínguez, assassinato a Santa María Ostula.
Diego Ramírez Domínguez, assassinato a Santa María Ostula.
Trinidad de la Cruz Crisóstomo, assassinato a Santa María Ostula.
Crisóforo Sánchez Reyes, assassinato a Santa María Ostula.
Teódulo Santos Girón, desaparecido a Santa María Ostula.
Longino Vicente Morales, desaparecido in Guerrero.
Víctor Ayala Tapia, desaparecido in Guerrero.
Jacinto López Díaz “El Jazi”, assassinato a Puebla.
Bernardo Vázquez Sánchez, assassinato in Oaxaca
Jorge Alexis Herrera, assassinato in Guerrero.
Gabriel Echeverría, assassinato in Guerrero.
Edmundo Reyes Amaya, desaparecido in Oaxaca.
Gabriel Alberto Cruz Sánchez, desaparecido in Oaxaca.
Juan Francisco Sicilia Ortega, assassinato in Morelos.
Ernesto Méndez Salinas, assassinato in Morelos.
Alejandro Chao Barona, assassinato in Morelos.
Sara Robledo, assassinata in Morelos.
Juventina Villa Mojica, assassinata in Guerrero.
Reynaldo Santana Villa, assassinato in Guerrero.
Catarino Torres Pereda, assassinato in Oaxaca.
Bety Cariño, assassinata in Oaxaca.
Jyri Jaakkola, assassinato in Oaxaca.
Sandra Luz Hernández, assassinata in Sinaloa.
Marisela Escobedo Ortíz, assassinata in Chihuahua.
Celedonio Monroy Prudencio, desaparecido in Jalisco.
Nepomuceno Moreno Nuñez, assassinato in Sonora.
Le/i migranti fatti sparire e probabilmente assassinati in qualche parte del territorio messicano.
I carcerati che si vogliono ammazzare in vita: Mumia Abu Jamal, Leonard Peltier, i Mapuche, Mario González, Juan Carlos Flores.
La continua sepoltura di voci che erano vive, messe a tacere dal cadere dalla terra su di loro e dal chiudersi delle sbarre.
E la più grande beffa è che con ogni palata di terra lanciata dallo sbirro di turno, il sistema dice: “Non conti niente, nessuno piangerà per te, nessuno si infurierà per la tua morte, nessuno seguirà le tue orme, nessuno può trattenere la tua vita“.
E con l’ultima palata sentenzia: “anche se prenderanno e puniranno quelli che ti hanno ucciso, ne troveremo sempre un altro, un’altra, altri, che tenderanno un’imboscata e ripeteranno la danza macabra che ha posto fine alla tua vita”.
E dice “La tua giustizia piccola, nana, fabbricata affinché i media pagati mentano per calmare le acque dopo il caos suscitato, non mi spaventa, non mi danneggia, non mi punisce”.
Che cosa diciamo a quel cadavere che, in ogni angolo del mondo del basso, viene sepolto dall’oblio?
Che solo il nostro dolore e rabbia contano?
Che solo la nostra indignazione significa qualcosa?
Che mentre sussurriamo la nostra storia, non sentiamo il suo pianto, il suo urlo?
Ha tanti nomi l’ingiustizia e sono tante le grida che provoca.
Ma il nostro dolore e la nostra rabbia non ci impediscono di sentire.
Ed i nostri sussurri non sono solo per piangere la caduta dei nostri morti ingiustamente.
Sono per poter ascoltare altri dolori, fare nostre altre rabbie e proseguire così nel complicato, lungo e tortuoso cammino di trasformare tutto ciò in un urlo che diventi lotta liberatrice.
E non dimenticare che, mentre qualcuno sussurra, qualcun’altro grida.
E solo l’udito attento può sentire.
Mentre ora parliamo ed ascoltiamo, qualcuno grida di dolore, di rabbia.
E così come bisogna imparare a rivolgere lo sguardo, l’ascolto deve trovare la direzione che lo renda fertile.
Perché mentre qualcuno riposa, c’è chi prosegue la salita.
Per vedere questo impegno, basta abbassare lo sguardo ed elevare il cuore.
Ce la fate?
Ce la farete?
La giustizia piccola somiglia tanto alla vendetta. La giustizia piccola è quella che distribuisce impunità, punendo uno, ne assolve altri.
Quella che vogliamo noi, per la quale lottiamo, non si esaurisce con la scoperta degli assassini del compa Galeano e forse della loro punizione (che se avverrà, nessuno si faccia trarre in inganno).
La ricerca paziente e tenace vuole la verità, non il sollievo della rassegnazione.
La giustizia grande ha che vedere col compagno Galeano sepolto.
Perché noi ci chiediamo non che cosa fare della sua morte, ma che cosa dobbiamo fare della sua vita.
Scusate se entro nel paludoso terreno dei luoghi comuni, ma quel compagno non meritava di morire, non così.
Tutto il suo impegno, il suo quotidiano sacrificio, puntuale, invisibile per chi non era noi, era per la vita.
E vi posso dire che era un essere straordinario ed inoltre, e questo è quello che stupisce, ci sono migliaia di compagne e compagni come lui nelle comunità indigene zapatiste, con la stessa dedizione, identico impegno, uguale chiarezza ed unico destino: la libertà.
E facendo conti macabri: se qualcuno merita la morte è chi non esiste né è esistito, se non nella fugacità dei mezzi di comunicazione prezzolati.
Il nostro compagno capo e portavoce dell’EZLN, il Subcomandante Insurgente Moisés, ci ha detto che assassinando Galeano, o uno chiunque degli zapatisti, quelli di sopra volevano assassinare l’EZLN.
Non come esercito, ma come ostinato ribelle che costruisce vita dove loro, quelli di sopra, desiderano la desolazione delle industrie minerarie, industrie petrolifere, turistiche, la morte della terra e di chi l’abita e lavora.
Ed ha detto che siamo venuti qui, come Comandancia Generale dell’Esercito Zapatista di Liberazione Nazionale, a dissotterrare Galeano.
Pensiamo che sia necessario che uno di noi muoia affinché Galeano viva.
E per soddisfare la morte impertinente, al posto di Galeano mettiamo un altro nome affinché Galeano viva e la morte non si porti via una vita, ma solo un nome, poche lettere prive di senso, senza storia propria, senza vita.
Quindi abbiamo deciso che Marcos da oggi smette di esistere. Lo prenderanno per mano il guerriero ombra e la piccola luce affinché non si perda lungo il cammino. Don Durito se ne andrà con lui, e così anche il Vecchio Antonio.
Non mancherà alle bambine ed ai bambini che gli si facevano intorno per ascoltare i suoi racconti, perché sono ormai grandi, hanno giudizio, lottano per la libertà, la democrazia e la giustizia, che è il compito di ogni zapatista.
Il gatto-cane, e non un cigno, intonerà il canto di addio.
Alla fine chi capirà, saprà che non se ne va chi non c’è mai stato, né muore chi non ha vissuto.
E la morte se ne andrà via ingannata da un indigeno col nome di lotta di Galeano, e sulle pietre posate sulla sua tomba tornerà a camminare ed ad insegnare, a chi lo vorrà, la base dello zapatismo, cioè, non vendersi, non arrendersi, non tentennare.
Oh morte! Come se non fosse evidente che libera quelli di sopra da ogni responsabilità al di là della preghiera funebre, l’omaggio blando, la statua sterile, il museo controllore.
A noi? Beh, perché noi la morte ci impegna alla vita che contiene.
Quindi siamo qui, a deridere la morte nella realtà.
Compas:
Detto questo, alle ore 02:08 del 25 maggio 2014 sul fronte di combattimento sudorientale dell’EZLN, dichiaro che smette di esistere il noto come Subcomandante Insurgente Marcos, l’autodenominato “subcomandante di acciaio inossidabile”.
È tutto.
Per mia voce non parlerà più la voce dell’Esercito Zapatista di Liberazione Nazionale.
Bene. Salute e a mai più… o hasta siempre, chi ha capito sa che questo non ha più importanza, non ne ha mai avuta.

Dalla realtà zapatista.
Subcomandante Insurgente Marcos
Messico, 24 maggio 2014

P.S.1.- “Game is over”?
P.S.2.- Scacco Matto?
P.S.3.- Touché?
P.S. 4.- Fatevene una ragione, raza, e mandate tabacco.
P.S. 5.- Mmm… e questo sarebbe l’inferno… Quel Piporro, Pedro, José Alfredo! Come? Quei machisti? Naah, non credo, ma se io non ho mai…
P.S.-6.- Quindi, senza travestimento, adesso posso andarmene in giro nudo?
P.S. 7.- Eih, è buio qui, datemi un po’ di luce.
(…)
(si sente una voce fuori campo)
Compagne e compagni vi auguro buone albe. Il mio nome è Galeano, Subcomandante Insurgente Galeano.
Qualcun altro si chiama Galeano?
(si alzano voci e grida)
Oh, mi avevano detto che quando sarei rinato lo avrei fatto collettivamente.
Così sia dunque.
Buon viaggio. Abbiate cura di voi, e di noi.

Dalle montagne del Sudest Messicano.
Subcomandante Insurgente Galeano
Messico, maggio 2014

ΠΗΓΕΣ / ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΠΟ :

https://athens.indymedia.org/post/1525762/

 

https://omniatv.com/blog/4442-b%CE%AF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B6%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-galeano-25-5-2014#comment-2243

Πηγές:

Tο κείμενο στον Enlace Zapatista.

Οι φωτογραφίες από το SanCristencia.

Το ηχητικό αρχείο του κειμένου από το SanCristencia.

 

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: