Αρχική > Δράσεις, Επικαιρότητα - σχολιασμός, Πολυμέσα > «Μικρά, καθημερινά, ανθρώπινα, επαναστατικά» ~ Στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις

«Μικρά, καθημερινά, ανθρώπινα, επαναστατικά» ~ Στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις

Νοεμβρίου 18, 2013 Σχολιάστε Go to comments

παιδικό προσωπάκι

Σημείωση της Σύνταξης: Το κείμενο αυτό ήλθε σε μας από τη φίλη μας Α.Ζ. που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία της και δεν μπορούμε παρά να σεβαστούμε την επιθυμία της. Τα γεγονότα είναι πραγματικά, τα ονόματα όμως έχουν αλλάξει.

Στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις

Κυριακή, 17 Νοέμβρη 2013 σε μια μικρή πόλη της Ελλάδας.

Ο Σωτήρης – 10 χρονών στην Δ’ Δημοτικού – είχε πάει από το πρωί με τη μητέρα  και τον πατέρα του στο χτήμα. Αργά το μεσημέρι γύρισαν στο σπίτι να φάνε κάτι και να ξεκουραστούν λιγάκι, το απόγευμα ήταν η πορεία για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, και οι γονείς του Σωτήρη θα έπρεπε να δώσουν το παρόν, όπως κάθε χρόνο.
Ο Σωτήρης το περίμενε πώς και πώς αυτό το συλλαλητήριο. Κάτι είχε πιάσει το αυτί του στη γιορτή του σχολείου, δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ήταν το Πολυτεχνείο βέβαια, αλλά είχε κατανοήσει πολύ καλά ότι οι φοιτητές τότε είχαν καταφέρει να βγάλουν πολύ κόσμο στο δρόμο ζητώντας ΨΩΜΙ – ΠΑΙΔΕΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Αυτό ήταν και το σύνθημα στο αυτοσχέδιο πλακάτ που έφτιαξε ο ίδιος, με τα χεράκια του, να το έχει μαζί του να το δείχνει. Είχε κολλήσει δυο χαρτόνια, είχε γράψει με μαρκαδόρο και με πολύ μεγάλα γράμματα το σύνθημά του και ήταν πανέτοιμος! Το δικό του πλακάτ θα ήταν το πιο όμορφο απ’ όλα!

Δεν ήταν η πρώτη του φορά σε πορεία, πάντα πήγαινε στις πορείες ο Σωτήρης με τους δικούς του, έβρισκε και τους «φίλους» του εκεί, το Νίκο και την Κατερίνα με τα όμορφα σκυλιά, τη δασκάλα την κα Νίκη που έπαιρνε το αυστηρό της ύφος και του έδινε συμβουλές, την Αγάπη και το Γιώργο που τον διασκέδαζαν πολύ γιατί «είχαν πολύ πλάκα» και τη Δανάη που κοιμόταν πάντα νωρίς.
Για το Σωτήρη οι πορείες ήταν κάτι σαν γιορτή, καταλάβαινε φυσικά ότι ο λόγος που γίνονταν ήταν σοβαρός, αλλά αυτός τις διασκέδαζε με την ψυχή του.

Έτσι και σήμερα: Η συγκέντρωση ήταν για τις 5 το απόγευμα, ο κόσμος μαζεύτηκε, τα πανό άνοιξαν, τα συνθήματα ετοιμάστηκαν, η πορεία ξεκίνησε μαζί μ’ ένα ψιλόβροχο.

ψπε Μα καλά, ήταν ανάγκη να αρχίσει να βρέχει τώρα; Τι θα γίνει με το πλακάτ; Το χαρτόνι δεν ήταν αρκετά χοντρό, πώς θα άντεχε τη βροχή; Τι να έκανε; Να το έβαζε κάτω απ’ το μπουφάν του; Όχι, φυσικά, αυτός το είχε φτιάξει για να φαίνεται, όχι για να το κρύψει! Όχι, θα το κράταγε κανονικά, κι ας καταστρεφόταν! Εδώ άλλοι έκαναν ολόκληρη επανάσταση, για το πλακάτ θα σκοτιζόταν τώρα;

Αυτές ήταν οι σκέψεις του Σωτήρη καθώς περπατούσε δίπλα στον πατέρα του και τη μητέρα του και άκουγε τα πρώτα συνθήματα από τους φοιτητές που είχαν μπει μπροστά στην πορεία. Οι φίλοι του δίπλα φώναζαν κι αυτοί συνθήματα, και όλοι ήταν γεμάτοι ζωντάνια και τα μάτια τους ήταν φωτισμένα. Αυτά τα βλέμματα ήταν που άρεσαν περισσότερο απ’ όλα στο Σωτήρη όταν πήγαινε στις πορείες, αν και ήταν μικρός ακόμα για να μπορεί να καταλάβει τι τα προκαλούσε.

Και ξαφνικά, μπροστά στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, η πορεία σταμάτησε. Οι πίσω δεν κατάλαβαν στην αρχή τι είχε γίνει. Ακούστηκε μια αναταραχή από τους μπροστινούς, φωνές και ένταση, τα συνθήματα έγιναν πιο δυνατά, πιο ρυθμικά, πιο άγρια. Ο Σωτήρης ήταν αρκετά μικρόσωμος για να δει καλά, πήγε στο πλάι να δει τι γίνεται μπροστά και αυτό που είδε τον τρόμαξε: αστυνομικοί με μπλε στολές παραταγμένοι μπροστά στην πορεία κατά πλάτος του δρόμου, με κράνη και ασπίδες, με γκλομπς και μια κλούβα παραδίπλα έκλειναν το δρόμο στους διαδηλωτές. «Μα γιατί δεν μας αφήνετε να περάσουμε; Τι τους φυλάτε; Δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα, αφήστε μας να φύγουμε.», φώναζαν οι διαδηλωτές.

Ο Σωτήρης είχε σαστίσει! Δεν καταλάβαινε γιατί γινόταν όλο αυτό και η θέα των «μπάτσων» – όπως τους έλεγαν οι μεγάλοι – ήταν σοκαριστική! Δεν είχαν βγει για πόλεμο, για πορεία είχαν ξεκινήσει. Τι τα ήθελαν τα γκλομπς, τις ασπίδες και τα κράνη; Και στέκονταν ακίνητοι σαν αγάλματα, σαν τα playmobil που έπαιζε μικρός, έπρεπε να τα κουνήσει αυτός, από μόνα τους δεν κουνιόντουσαν, αλλά αυτά ήταν πλαστικά, δεν ήταν «ανθρώπινα», σκεφτόταν…

Στο μεταξύ, οι διαπραγματεύσεις μπροστά συνεχίζονταν χωρίς αποτέλεσμα. Μάταια ζητούσαν οι φοιτητές να ανοίξουν οι αστυνομικοί το δρόμο και να αφήσουν την πορεία να συνεχιστεί. Μπροστά είχε πάει και ο πατέρας του Σωτήρη τώρα, για να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί κι αν χρειαζόταν, να βοηθήσει να εκτονωθεί η κατάσταση.

Μέσα στη γενική αναταραχή ακούστηκε ένα αποκρουστικό κροτάλισμα…  οι μπάτσοι άρχισαν να χτυπάνε τα γκλομπς πάνω στις ασπίδες τους, για να φοβίσουν τον κόσμο ή μάλλον, για να τον εξαγριώσουν. Στο άκουσμα του ήχου οι από πίσω άρχισαν να σπρώχνουν τους μπροστινούς και οι μπροστινοί φυσικά έπεσαν πάνω στις δυνάμεις της αστυνομίας.  Φωνές, ουρλιαχτά, βρισιές απ’ τον κόσμο, πανδαιμόνιο… ο Σωτήρης έντρομος άρχισε να τρέχει να ξεφύγει, η μάνα του τρελάθηκε… «το παιδί, πού είναι το παιδί;»
Τον βρήκε στην άκρη στο πεζοδρόμιο να έχει κάνει μπάλα στα χέρια του το βρεμένο χαρτόνι απ’ το πλακάτ, το βλέμμα του σκοτεινό και τρομαγμένο. «Να ‘χα τώρα μια πέτρα…!!!» φώναξε και εκσφενδόνισε τη χαρτονένια μπάλα προς το μέρος των μπάτσων…
Με τα πολλά τον μάζεψε και τον ξανάφερε πίσω στον κύριο όγκο της πορείας.

Και ξαφνικά πάλι, από το πουθενά, η πορεία ξεκίνησε ξανά. Οι μπάτσοι είχαν ανοίξει το δρόμο. Κάποιοι σκυμμένοι κάτω έψαχναν τα γυαλιά τους, ένας άνδρας  ήταν πεσμένος κάτω στο δρόμο: ήταν ο πατέρας του Σωτήρη που είχε δεχτεί χτύπημα στο πρόσωπο από γκλομπ αστυνομικού!
Ο Σωτήρης άρχισε να ουρλιάζει και να κλαίει… «μπαμπά, μπαμπά! Είσαι καλά;»

Ένας φίλος τον βοήθησε να σηκωθεί και τον πήγε στο νοσοκομείο για τις πρώτες βοήθειες. Ακολούθησε και η μητέρα του, το παιδί έμεινε στην πορεία να τον προσέχουν οι φίλοι τους, μέχρι να δουν αν ο άνθρωπος είχε χτυπήσει σοβαρά ή όχι. Ο Σωτήρης δεν είχε επιλογή. Ήθελε να πάει κι αυτός στο νοσοκομείο, αλλά έπρεπε να κάνει αυτό που του είπε η μαμά του. Δέχτηκε αδιαμαρτύρητα, έπιασε την Κατερίνα απ’ το χέρι και συνέχισαν μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο την πορεία. Όμως μέσα του έβραζε. Είχε φοβηθεί και είχε θυμώσει πολύ. Δεν μπορούσε να το περιγράψει αυτό που ένιωθε, αλλά ήταν άδικο, πολύ άδικο! Ο μπαμπάς του δεν είχε κάνει τίποτα, κανείς δεν είχε κάνει τίποτα, γιατί να τον χτυπήσουν; Δεν μπορεί, δεν μπορεί, κάτι πρέπει να κάνει, δεν μπορεί να το ανεχτεί αυτό το πράγμα, το οφείλει στον πατέρα του. Αχ, ας είναι καλά ο μπαμπάς του, ας μην έπαθε τίποτα, τι θα κάνει αν ο μπαμπάς του πάθει κάτι;

Το μυαλό του Σωτήρη κάλπαζε καθώς κρατούσε το χέρι της Κατερίνας και περπατούσε ανάμεσα στον κόσμο της πορείας. Δεν άκουγε πια τα συνθήματα, δεν χαιρόταν, θύμωνε όλο και περισσότερο, ένιωθε ότι θα έσκαγε.

Η πορεία περνούσε μπροστά από τα γραφεία του τοπικού βουλευτή. Κι εκεί παραταγμένοι μπάτσοι, να τα φυλάνε…
«Νάτοι πάλι μπροστά μου» είπε από μέσα του, κι έδωσε μια και ξέφυγε από το χέρι της Κατερίνας. Όρμησε να τον συγκρατήσει η Κατερίνα μα δεν τον πρόλαβε. Ο μικρός πήγε και στάθηκε μπροστά στους μπάτσους και φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Στο διάολο, κι εσείς και οι ΧΑυγίτες!!!», και ξαναγύρισε κοντά στην Κατερίνα, την ξανάπιασε απ’ το χέρι και συνέχισε αμίλητος…

Όταν τον συνάντησα εγώ λίγο αργότερα, μου είπε: «Σήμερα είπα κακές κουβέντες. Αλλά κατάφερα και το ‘βγαλα από μέσα μου. Τώρα είμαι καλύτερα…»

Τον χάιδεψα στο κεφαλάκι του, τον αγκάλιασα απ’ τους ώμους και προχωρήσαμε μαζί.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: